Repository of DUTH
Not a member yet
    15943 research outputs found

    η περίπτωση του βορείου Έβρου

    Get PDF
    Μεταπτυχιακή εργασίαΙστορικό και γεωγραφικό πλαίσιο μετοικεσιών Ηπειρωτών στη Θράκη κυρίως κατά την Οθωμανική περίοδο αλλά και σήμερα. Δραστηριότητες (ανα)κατατασκευής της ιστορίας και μνημονικής δράσης πολιτιστικών συλλόγων Ηπειρωτών βορείου Έβρου. Μελέτη συλλογικής μνήμης των "Ηπειρωτών" στην ευρύτερη περιοχή του βορείου Έβρου.139 σ

    Έμφυλη και παιδοκεντρική προσέγγιση στην προστασία δικαιωμάτων αιτούντων άσυλο

    Get PDF
    Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπέςΗ παρούσα εργασία εξετάζει τη σημασία και την αναγκαιότητα ενσωμάτωσης μιας έμφυλης και παιδοκεντρικής προσέγγισης στο σύστημα διεθνούς προστασίας. Αναλύει τις ιδιαίτερες μορφές ευαλωτότητας που χαρακτηρίζουν τις γυναίκες, τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα και τα παιδιά στο πλαίσιο των διαδικασιών ασύλου, οι οποίες συχνά παραμένουν αόρατες μέσα στα γενικά νομικά σχήματα και τις τυποποιημένες διοικητικές διαδικασίες. Παρουσιάζει την νομοθεσία σε διεθνές και ευρωπαϊκό επίπεδο (από τη Σύμβαση της Γενεύης έως τις πρόσφατες ευρωπαϊκές Οδηγίες) και αναδεικνύει πώς οι σύγχρονες ερμηνευτικές προσεγγίσεις έχουν εμπλουτίσει την έννοια του πρόσφυγα ώστε να περιλαμβάνει μορφές δίωξης που συνδέονται με το φύλο, την ταυτότητα φύλου, τον σεξουαλικό προσανατολισμό και την ανηλικότητα. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο φαινόμενο της έμφυλης βίας ως λόγου διεθνούς προστασίας, στο οποίο περιλαμβάνονται μορφές όπως ο βιασμός, η ενδοοικογενειακή βία, η εμπορία ανθρώπων, ο ακρωτηριασμός γυναικείων γεννητικών οργάνων και οι καταναγκαστικοί γάμοι. Παράλληλα μελετάται η σταδιακή αναγνώριση των γυναικών και των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων ως ατόμων μετεχόντων σε ιδιαίτερες κοινωνικές ομάδες, σύμφωνα με τη Σύμβαση της Γενεύης, εξέλιξη που επέτρεψε τη διεύρυνση του καθεστώτος προστασίας και την ενίσχυση της πρόσβασης τους σε δίκαιες διαδικασίες ασύλου. Σε ό,τι αφορά τα παιδιά, παρουσιάζονται οι λόγοι δίωξης που σχετίζονται με την ανηλικότητα, όπως η υποχρεωτική στρατολόγηση των ανηλίκων στη χώρα καταγωγής τους, ο ακρωτηριασμός Γυναικείων Γεννητικών Οργάνων (ΑΓΓΟ), οι παραβιάσεις των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτιστικών δικαιωμάτων και η εμπορία παιδιών, και το θεσμικό πλαίσιο που βασίζεται στην αρχή του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού και το οποίο επιβάλλει ειδικές εγγυήσεις: κατάλληλες συνθήκες υποδοχής, προσαρμοσμένες διαδικασίες συνέντευξης, πρόσβαση σε εκπαίδευση, ιατρική και ψυχοκοινωνική υποστήριξη. Η εργασία αναλύει πώς η ανηλικότητα και η έλλειψη ωριμότητας καθιστούν τα παιδιά ιδιαίτερα ευάλωτα σε πρακτικές βίας και εκμετάλλευσης. Τέλος, η εργασία εξετάζει τα σύγχρονα δεδομένα του διεθνούς και ευρωπαϊκού πλαισίου, αναδεικνύοντας τόσο τα θετικά βήματα όσο και τα υφιστάμενα κενά στην εφαρμογή τους από την Ελλάδα. Παρά τις προόδους, εντοπίζονται σημαντικές δυσκολίες που σχετίζονται με στερεότυπα, ανεπαρκή επιμόρφωση των αρχών, ατελείς διαδικασίες και πρακτικές που συχνά εμποδίζουν την πλήρη και ουσιαστική προστασία ευάλωτων ατόμων. Συνολικά, η εργασία καταδεικνύει ότι η έμφυλη και παιδοκεντρική προσέγγιση δεν αποτελεί απλώς κανονιστική επιλογή, αλλά αναγκαία προϋπόθεση για ένα δίκαιο, αποτελεσματικό και ανθρωποκεντρικό σύστημα διεθνούς προστασίας.This thesis examines the importance and necessity of integrating a gender-sensitive and child-centred approach into the refugee and international protection system. It explores the particular vulnerabilities faced by women, LGBTQI+ individuals and children within asylum procedures, that are often rendered invisible within general legal frameworks and standardised administrative processes. The study outlines the development of international and european law (from the Geneva Convention to contemporary EU directives) and highlights how modern interpretative practices have progressively expanded the definition of the refugee to include forms of persecution linked to gender, gender identity, sexual orientation, and childhood. Special emphasis is placed on gender-based violence as a ground for international protection, including rape, domestic violence, trafficking, female genital mutilation, and forced marriage. The thesis further analyses the gradual recognition of women and LGBTQI+ persons as a member of a particular social group, under the Geneva Convention, a development that has strengthened their access to fair and meaningful asylum procedures. Regarding children, the grounds for persecution related to their age, such as the compulsory recruitment of minors in their country of origin, Female Genital Mutilation (FGM), violations of economic, social and cultural rights, and child trafficking, are presented. The institutional framework based on the principle of the best interests of the child, which requires special safeguards: appropriate reception conditions, adapted interview procedures, access to education, medical care and psychosocial support, is also presented. The thesis analyses how childhood and lack of maturity make children particularly vulnerable to practices of violence and exploitation. Finally, the thesis assesses the current international and EU landscape, highlighting both the advances achieved and the persistent gaps in practical implementation by Greece. Despite legislative progress, significant challenges remain, including stereotypes, insufficient training of authorities and procedural shortcomings that hinder the full protection of vulnerable individuals. Overall, the thesis argues that a gender-sensitive and child-centred approach is not merely an optional policy orientation but an essential prerequisite for a fair, effective and human-rights-based international protection system.70 σ

    pedagogical practices and the role of the kindergarten teacher in multicultural and special learning environments

    No full text
    Βιβλιογραφία : σ. 81 - 88Η παρούσα εργασία έχει ως στόχο να εξετάσει τη συμπερίληψη και την ηθική ανάπτυξη στην προσχολική εκπαίδευση, εστιάζοντας στη διαχείριση της διαφορετικότητας, της πολιτισμικής πολυμορφίας και των ειδικών εκπαιδευτικών αναγκών. Το θεωρητικό υπόβαθρο στηρίζεται σε σύγχρονες θεωρίες μάθησης, όπως οι κοινωνικοπολιτισμικές και κονστρουκτιβιστικές προσεγγίσεις, καθώς και σε θεωρίες ηθικής ανάπτυξης, ενσυναίσθησης και κοινωνικής δικαιοσύνης, που συνδέουν τα παιδαγωγικά πλαίσια με τις πρακτικές συμπερίληψης. Σκοπός της μελέτης ήταν να αναδείξει τις παιδαγωγικές πρακτικές, τις μεθόδου και τις στρατηγικές που προάγουν την ισότιμη συμμετοχή, την ηθική αγωγή και τη συνεργασία στο νηπιαγωγείο, καθώς και να διερευνήσει τα εμπόδια και τις προκλήσεις που συνδέονται με την εφαρμογή τους. Από την άποψη της μεθοδολογίας, διενεργήθηκε βιβλιογραφική ανασκόπηση και ανάλυση ελληνικών και διεθνών πηγών σχετικά με τη συμπερίληψη, τη διαπολιτισμική εκπαίδευση, τις ειδικές εκπαιδευτικές ανάγκες και την ηθική ανάπτυξη στην πρώιμη παιδική ηλικία. Τα αποτελέσματα της έρευνας υπογραμμίζουν ότι η διαφοροποιημένη διδασκαλία, η συνεργατική μάθηση, το παιχνίδι ρόλων, η διαμεσολάβηση και η ενεργητική ακρόαση είναι βασικές παιδαγωγικές πρακτικές για τη συμπερίληψη και την καλλιέργεια ηθικών δεξιοτήτων. Παράλληλα, αναδεικνύονται προκλήσεις, όπως η έλλειψη πόρων, η περιορισμένη επιμόρφωση των νηπιαγωγών και οι στερεοτυπικές αντιλήψεις των εκπαιδευτικών και των οικογενειών. Συμπερασματικά, η παρούσα εργασία τονίζει ότι η επιτυχής εφαρμογή της συμπερίληψης και της διαχείρισης των ηθικών ζητημάτων στην προσχολική ηλικία απαιτεί μία ολοκληρωμένη προσέγγιση που συνδέει θεωρία, παιδαγωγικές πρακτικές και επαγγελματική ανάπτυξη, με έμφαση στη συνεργασία με οικογένειες και κοινότητες, διασφαλίζοντας ότι όλα τα παιδιά συμμετέχουν και επωφελούνται ισότιμα.This paper aims to examine inclusion and ethical development in early childhood education, focusing on the management of diversity, cultural diversity and special educational needs. The theoretical background is based on contemporary theories of learning, such as sociocultural and constructivist approaches, as well as theories of moral development, empathy, and social justice, which connect pedagogical frameworks with inclusion practices. The purpose of the study was to highlight the pedagogical practices, methods and strategies that promote equal participation, ethical education and cooperation in kindergarten, as well as to explore the barriers and challenges associated with their implementation. In terms of methodology, a literature review and analysis of Greek and international sources on inclusion, intercultural education, special educational needs and moral development in early childhood was conducted. The research results highlight that differentiated teaching, collaborative learning, role-playing, mediation, and active listening are key pedagogical practices for inclusive and cultivating ethical skills. At the same time, challenges are highlighted, such as the lack of resources, the limited training of kindergarten teachers and the stereotypical perceptions of teachers and families. In conclusion, this paper emphasizes that the successful implementation of inclusion and ethical issues management in early childhood requires a comprehensive approach that connects theory, pedagogical practices, and professional development, with a focus on collaboration with families and communities, ensuring that all children participate and benefit equally.88 σ

    Immune mechanisms of stroke

    No full text
    Βιβλιογραφία: σ. 48-53Τα αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια (ΑΕΕ) αποτελούν μία από τις κυριότερες αιτίες θνησιμότητας και αναπηρίας παγκοσμίως, με βαρύ κοινωνικό και οικονομικό αντίκτυπο. Η συχνότητά τους αυξάνεται συνεχώς, επηρεαζόμενη από παράγοντες όπως η γήρανση του πληθυσμού, οι ανθυγιεινές συνήθειες ζωής και οι προϋπάρχουσες χρόνιες νόσοι. Διακρίνονται σε ισχαιμικά (85% των περιπτώσεων) και αιμορραγικά (15%), τα οποία, παρά τη διαφορετική αιτιοπαθογένεια, συγκλίνουν σε παρόμοιες παθοφυσιολογικές διεργασίες στο επίπεδο του εγκεφαλικού ιστού. Η παθοφυσιολογία των ΑΕΕ συνδέεται στενά με την ενεργοποίηση του ανοσοποιητικού συστήματος. Η μικρογλοία, τα αστροκύτταρα και τα ολιγοδενδροκύτταρα ενεργοποιούνται ταχύτατα, ενώ ουδετερόφιλα, μακροφάγα και λεμφοκύτταρα διεισδύουν στον εγκέφαλο μέσω του διαταραγμένου αιματοεγκεφαλικού φραγμού. Οι αλληλεπιδράσεις τους πυροδοτούν έναν καταρράκτη φλεγμονωδών αντιδράσεων, οι οποίες συμβάλλουν τόσο σε βλαπτικούς όσο και επιδιορθωτικούς μηχανισμούς. Επίσης, η δυσλειτουργία του αυτόνομου νευρικού συστήματος (ΑΝΣ) και η συστηματική ανοσοκαταστολή μετά το επεισόδιο ενισχύουν τον κίνδυνο λοιμώξεων και επιπλοκών. Ιδιαίτερη σημασία έχουν οι προϋπάρχουσες προφλεγμονώδεις συνθήκες, όπως σακχαρώδης διαβήτης, υπερχοληστερολαιμία, κάπνισμα και λοιμώξεις, που επιβαρύνουν την πρόγνωση. Παράλληλα, η παρατεταμένη φλεγμονώδης απόκριση συμβάλλει σε μακροπρόθεσμες δυσλειτουργίες, όπως γνωσιακή έκπτωση, κατάθλιψη και χρόνια κόπωση. Η κατανόηση της αλληλεπίδρασης ανοσοποιητικού συστήματος και νευρικού ιστού συντελεί στην ανάδειξη νέων θεραπευτικών προσεγγίσεων. Νεότερα ανοσοτροποποιητικά φάρμακα, μονοκλωνικά αντισώματα και παρεμβάσεις σε μοριακά μονοπάτια στοχεύουν στη ρύθμιση της φλεγμονής και στη διατήρηση της ακεραιότητας του αιματοεγκεφαλικού φραγμού. Παρά τα ενθαρρυντικά αποτελέσματα σε πειραματικά μοντέλα, τα κλινικά δεδομένα παραμένουν αντικρουόμενα και καμία θεραπεία δεν έχει ακόμη καθιερωθεί στην καθημερινή κλινική πράξη.Stroke represents one of the leading causes of mortality and disability worldwide, exerting a substantial social and economic burden. Its incidence is steadily increasing, influenced by factors such as population aging, unhealthy lifestyle habits, and pre-existing chronic conditions. Strokes are classified as ischemic (85% of cases) or hemorrhagic (15%), which, despite differing etiopathogenesis, converge into similar pathophysiological processes at the brain tissue level. The pathophysiology of stroke is closely linked to immune system activation. Microglia, astrocytes, and oligodendrocytes are rapidly activated, while neutrophils macrophages, and lymphocytes infiltrate the brain through a compromised blood–brain barrier. Their interactions trigger a cascade of inflammatory responses, contributing to both detrimental and reparative mechanisms. Furthermore, autonomic nervous system (ANS) dysfunction and systemic immunosuppression post-stroke increase susceptibility to infections and complications. Pre-existing pro-inflammatory conditions such as diabetes mellitus, hypercholesterolemia, smoking, and infections worsen prognosis. Additionally, prolonged inflammatory responses contribute to long-term dysfunctions, including cognitive decline, depression, and chronic fatigue. Understanding the interplay between the immune system and neural tissue has highlighted novel therapeutic approaches. Emerging immunomodulatory drugs, monoclonal antibodies, and molecular pathway interventions aim to regulate inflammation and preserve blood–brain barrier integrity. Despite promising results in experimental models, clinical data remain inconsistent, and no therapy has yet been established in routine clinical practice.53 σ

    Exploring Bupropion Repurposing as Treatment for Patients with comorbid ADHD and complex PTSD

    No full text
    Βιβλιογραφία : σ. 117 - 146Εισαγωγή: Επί του παρόντος, δεν υπάρχουν εγκεκριμένες φαρμακοθεραπείες για τη Διαταραχή Χρήσης Κοκαΐνης (ΔΧΚ), (Cocaine Use Disorder, CUD). Η πρόγνωση για τα άτομα με ΔΧΚ παραμένει δυσμενής, με ολοένα αυξανόμενα ποσοστά θνησιμότητας και νοσηρότητας. Ιδιαίτερα σοβαρές εκβάσεις παρατηρούνται σε ασθενείς με ψυχιατρικές συννοσηρότητες, ιδίως στο πλαίσιο συννοσηρής διαταραχής χρήσης ψυχοδραστικών ουσιών και άλλων ψυχιατρικών διαταραχών. Παράλληλα, μια ειδική υποομάδα ασθενών με Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας (ΔΕΠ-Υ), (Attention-Deficit/Hyperactivity Disorder, ADHD) και Σύνθετη Μετατραυματική Διαταραχή του Στρες (Σύνθετη ΜΔΣ), (complex Post-Traumatic Stress Disorder, cPTSD) αποτελεί έναν ιδιαίτερα υψηλού κινδύνου ευάλωτο πληθυσμό. Η θεραπεία με βουπροπιόνη, έναν αναστολέα επαναπρόσληψης νοραδρεναλίνης και ντοπαμίνης και μη ανταγωνιστικό ανταγωνιστή των νικοτινικών υποδοχέων ακετυλοχολίνης, έχει παρουσιάσει ετερογενή αποτελέσματα στη διεθνή βιβλιογραφία ως προς τη ΔΧΚ. Παρά ταύτα, ενδέχεται να είναι μηχανιστικά συναφής για συγκεκριμένα νευροβιολογικά προφίλ και υποομάδες ασθενών. Η παρούσα διατριβή διερευνά κατά πόσο η βουπροπιόνη θα μπορούσε να επανατοποθετηθεί ως εύλογη φαρμακοθεραπευτική επιλογή για αυτήν την υψηλού κινδύνου υποομάδα ασθενών με συννοσηρή ΔΕΠ-Υ και Σύνθετη ΜΔΣ, οι οποίοι/ες εμφανίζουν εθισμό στην κοκαΐνη/(ΔΧΚ). Το μοντέλο διερεύνησης της καταλληλότητας της βουπροπιόνης βασίζεται σε ένα νέο εννοιολογικό πλαίσιο που ενσωματώνει πολυ-ομική προσέγγιση, τη νευροβιολογία του δικτύου/κυκλώματος ανταμοιβής, φαρμακογενετική, μεταγονιδιωματική (metagenomics), ευρήματα νευροαπεικόνισης και ψυχοκοινωνικούς παράγοντες. Πολυγονιδιακά και φαρμακομικροβιωματικά πρότυπα συγκρίνονται και αντιπαραβάλλονται μεταξύ ΔΧΚ, ΔΕΠ-Υ και Σύνθετης/χρόνιας ΜΔΣ στο πλαίσιο της νευροκυκλωματικής της ανταμοιβής και του μοντέλου των τριών δικτύων (triple network) του Menon, καθώς και μέσω των ορθολογικών σχημάτων της βάσης δεδομένων Kyoto Encyclopedia of Genes and Genomes (KEGG), με σκοπό την ενοποίηση των ευρημάτων. Μέθοδοι: Διενεργήθηκε συστηματική ανασκόπηση της βιβλιογραφίας στις βάσεις δεδομένων PubMed, Embase, Google Scholar, Cochrane Database, ClinicalTrials.gov, EudraCT, PharmGKB, DGIdb, KEGG.jp και GWAS Catalogue για άρθρα που δημοσιεύθηκαν την περίοδο 2000–2025. Εντοπίστηκαν κλινικές και προκλινικές μελέτες σχετικές με τη ΔΧΚ, τη ΔΕΠ-Υ, τη Σύνθετη ΜΔΣ και τη βουπροπιόνη. Επιλέχθηκαν άρθρα που αναφέρονταν στην παθοφυσιολογία, στη φαρμακογενετική, στη μεταγονιδιωματική και στις θεραπευτικές προσεγγίσεις. Γενετικές παραλλαγές και μεταβολές του εντερικού μικροβιώματος συσχετίστηκαν με μηχανισμούς ανταμοιβής και φαινότυπους της ΔΧΚ. Τα πολυ-ομικά ευρήματα ενσωματώθηκαν σε ένα μηχανιστικό μοντέλο χρησιμοποιώντας το πλαίσιο των τριών δικτύων του Menon και τις οδούς KEGG. Τα αποτελέσματα χαρτογραφήθηκαν μηχανιστικά στον τρόπο δράσης της βουπροπιόνης μέσω ενός ενοποιημένου μοντέλου, με σκοπό την αξιολόγηση της καταλληλότητάς της για επανατοποθέτηση. Αποτελέσματα: Το μηχανιστικό μοντέλο που παρουσιάζεται περιγράφει τους πολυπαραγοντικούς μηχανισμούς μέσω των οποίων η κοκαΐνη ενδέχεται να οικειοποιείται και να απορρυθμίζει το κύκλωμα ανταμοιβής, κατευθύνοντάς το να την «επιλέγει» επαναλαμβανόμενα ως υψηλής αξίας ανταμοιβή. Τα άτομα με ΔΕΠ-Υ και Σύνθετη ΜΔΣ που αναπτύσσουν ΔΧΚ φαίνεται να παρουσιάζουν κοινές δυσλειτουργίες στο κύκλωμα ανταμοιβής, σε σχετικές νευροανατομικές δομές, οι οποίες τα προδιαθέτουν να επιλέγουν άμεσες και βραχυπρόθεσμες ανταμοιβές χωρίς επαρκή εκτίμηση των μακροπρόθεσμων συνεπειών. Η κοκαΐνη, μέσω επαναλαμβανόμενης έκθεσης, μεταβάλλει τη δράση και τη λειτουργία νευροδιαβιβαστικών συστημάτων, και αυτό ενδέχεται να ενισχύει τη σύζευξη μεταξύ της ουσίας και του κυκλώματος ανταμοιβής. Παράλληλα, η διαταραχή του προμετωπιαίου ελέγχου «από άνω προς τα κάτω» μπορεί να παρεμποδίζει την επαναξιολόγηση της ανταμοιβής, οδηγώντας σε έντονη επιθυμία χρήσης (craving), αυξημένη παρορμητικότητα, καταναγκαστική αναζήτηση της ουσίας και υψηλό κίνδυνο υποτροπής. Ο πολυγονιδιακός κίνδυνος, οι υψηλοί δείκτες κληρονομικότητας και συγκεκριμένες γενετικές παραλλαγές ενδέχεται να συγκλίνουν, τροποποιώντας τη νευροδιαβιβαστική σηματοδότηση, την έκφραση υποδοχέων, τη νευροπλαστικότητα που σχετίζεται με την ανταμοιβή και την πρώιμη γονιδιακή μεταγραφή σε κεντρικούς κόμβους του δικτύου ανταμοιβής. Αναδυόμενα πρότυπα εντερικής δυσβίωσης που σχετίζονται με τη χρήση κοκαΐνης ενδέχεται να αλληλεπιδρούν με το δίκτυο ανταμοιβής και να ενισχύουν μακροπρόθεσμες νευροβιολογικές μεταβολές. Κοινά ευρήματα τόσο σε προκλινικές όσο και σε κλινικές μελέτες συνηγορούν υπέρ της μειωμένης αφθονίας και ποικιλότητας δυνητικά προστατευτικών μικροβιακών ταξινομικών ομάδων, παράλληλα με την αύξηση προφλεγμονωδών ομάδων. Η διαταραχή του εντερικού φραγμού, με επακόλουθη αυξημένη εντερική διαπερατότητα, θεωρείται ότι διευκολύνει την είσοδο μικροβιακών μεταβολιτών στη συστηματική κυκλοφορία, συμβάλλοντας στην ενεργοποίηση νευροφλεγμονωδών μηχανισμών, συστηματικών ανοσολογικών αποκρίσεων και μεταβολών του άξονα υποθαλάμου–υπόφυσης–επινεφριδίων (HPA). Μικροβιακοί μεταβολίτες και προφλεγμονώδεις κυτταροκίνες ενδέχεται να ρυθμίζουν συστηματικούς νευροδιαβιβαστές και να ενισχύουν μεταβολές νευροπλαστικότητας στο ευρύτερο δίκτυο ανταμοιβής. Η βουπροπιόνη ενσωματώνεται στο μοντέλο ως φαρμακολογικός παράγοντας με ιδιαίτερη μηχανιστική συνάφεια για αλληλεπίδραση με το δίκτυο ανταμοιβής στο πλαίσιο μιας πολυ-ομικής προσέγγισης, σε ασθενείς με συννοσηρή ΔΕΠ-Υ, Σύνθετη ΜΔΣ και ΔΧΚ. Συγκλίνουσες λειτουργικές νευροαπεικονιστικές μελέτες και αναδυόμενα κλινικά δεδομένα υποδηλώνουν περαιτέρω τη σχετική δράση της βουπροπιόνης. Συμπέρασμα: Το προτεινόμενο μοντέλο ενσωματώνει μια φαρμακογενετικά στοχευμένη, μεταγονιδιωματική και υποθετική-παραγωγική μηχανιστική προσέγγιση, βασισμένη στη νευροβιολογία του δικτύου ανταμοιβής. Η σύνθεση των ευρημάτων συνηγορεί υπέρ της επανατοποθέτησης της βουπροπιόνης ως εύλογη φαρμακοθεραπευτική επιλογή για τη ΔΧΚ σε υποομάδα ασθενών με συννοσηρή ΔΕΠ-Υ και Σύνθετη ΜΔΣ. Παρότι τα νευροβιολογικά, φαρμακογενετικά και νευροαπεικονιστικά ευρήματα υποστηρίζονται από αυξανόμενη βάση ανθρώπινων δεδομένων, η τρέχουσα γνώση σχετικά με τις μεταβολές του εντερικού μικροβιώματος και τους μηχανισμούς του άξονα εντέρου–εγκεφάλου στη ΔΕΠ-Υ, στη Σύνθετη ΜΔΣ και στη ΔΧΚ παραμένει χαμηλής έως μέτριας βεβαιότητας. Επιπλέον, η αιτιώδης συσχέτιση δεν έχει τεκμηριωθεί επαρκώς μέσω ανθρώπινων κλινικών δοκιμών. Η διατριβή καταδεικνύει την επείγουσα ανάγκη για περαιτέρω έρευνα σε εξατομικευμένες θεραπείες για τη ΔΧΚ και προτείνει μια πολυ-ομική προσέγγιση, υποστηριζόμενη από νευροαπεικονιστικές μεθόδους και κλινικά επικυρωμένα νευροκλινικά πλαίσια αξιολόγησης των εξαρτήσεων.Background: There are no available substitute prescribing treatments for cocaine use disorder (CUD) worldwide. Prognoses are not good for patients addicted to cocaine, with increasingly higher mortality and morbidity rates. Significant adverse outcomes are reported in patients with other psychiatric comorbidities and dual diagnoses. A special subgroup of patients with attention-deficit/hyperactivity disorder (ADHD) and complex and chronic post-traumatic stress disorder (c/PTSD) are a particularly high-risk and vulnerable group. Treatment with bupropion, a dopamine/noradrenaline reuptake inhibitor with nicotinic receptor antagonism, has shown mixed efficacy in cocaine addiction research but may hold relevance for specific neurobiological profiles. This thesis explores if bupropion, could be repurposed as a plausible substitute prescribing option for this precarious patient group. The model used to explore bupropion’s suitability is based on a novel framework that integrates a multi-omic approach based on the reward network neurobiology, pharmacogenetics, metagenomics, neuroimaging findings and psychosocial elements. Polygenic and pharmacomicrobiomic patterns are compared and contrasted across CUD, ADHD and c/PTSD in the context of reward neurocircuitry and the triple network, alongside with the Kyoto Encyclopaedia of Genes and Genomes (KEGG) database orthological schemes to enable triangulation of findings. Methods: A literature review and searches were conducted in PubMed, Embase, Google Scholar, Cochrane database, ClinicalTrials.gov, EudraCT, PharmGKB, DGIdb, KEGG.jp and GWAS Catalogue for articles and infograms published from 2000 to 2025. Clinical and pre-clinical studies related to CUD, ADHD, c/PTSD and bupropion were identified. Pathophysiology, pharmacogenetics, metagenomics and treatments were highlighted. Genetic variations and gut-microbiome shifts were related to the reward mechanism and CUD phenotypes. Multi-omic findings were integrated in the mechanistic model, using Menon’s triple network framework and KEGG pathways. Results were mechanistically mapped onto bupropion’s mode of action, using the new integrative model to determine repurposing suitability. Results: The mechanistic model presented in this thesis aims to describe the multi-faceted mechanisms by which cocaine may hijack and dysregulate the reward network towards choosing it as a high value reward. Patients with ADHD and cPTSD who develop cocaine addiction are conceptualised as having common dysfunctions in the reward circuitry and neuroanatomical structures that predispose them towards choosing fast, short-term drug rewards without considering long-term consequences. Repeated cocaine-induced neurotransmitter alterations may enhance cocaine/reward cue associations, while impaired prefrontal cortex top-down control may prevent reward reappraisal, resulting in uncontrolled and increasingly difficult to manage cravings, heightened impulsivity, compulsive drug seeking and high relapse risks. Polygenic risk, high heritability indices and genetic variations may converge to alter neurotransmitter signalling, receptor expression, reward neuroplasticity and early gene transcription in central reward network hubs. Emerging patterns in cocaine-induced gut microbiome dysbiosis may interact with the reward network and could potentiate long-term alterations. Reported common patterns in both preclinical and clinical studies are decreased abundance and diversity of protective taxa in parallel with pro-inflammatory taxa increase. Impaired intestinal lumen permeability is proposed to facilitate microbiome metabolite entry to systemic circulation, that may contribute to triggering neuroinflammatory cascades resulting in systemic immune responses and HPA axis alterations. Microbial metabolites and pro-inflammatory cytokines may modulate systemic neurotransmitters and potentiate neuroplasticity changes in the wider reward network. Bupropion is integrated as uniquely placed to mechanistically interact with the reward network, within a multi-omic context, for ADHD and c/PTSD patients with cocaine addiction. Convergent functional neuroimaging results and emerging clinical evidence may further support bupropion’s effect. Conclusion: The proposed model conceptually integrates a pharmacogenetically-informed metagenomic hypothesis-generating mechanistic approach based on the reward network neurobiology. Result synthesis supports the repurposing of bupropion as a plausible substitute prescribing treatment for CUD in the subgroup of patients with comorbid ADHD and cPTSD. While neurobiological, pharmacogenetic and neuroimaging findings are substantiated by a growing and robust evidence-base, current knowledge regarding the gut microbiome alterations and gut–brain axis mechanisms in ADHD, c/PTSD and CUD remains limited with low-to-moderate confidence. In addition, causality is not yet firmly established with human clinical trials. This thesis highlights the urgent need for additional research in personalised treatments for cocaine addiction and proposes a multi-omic approach supported by neuroimaging and a clinically validated addictions neuroclinical assessment framework.146 σ

    legislative framework in Greece

    No full text
    Βιβλιογραφία: σ. 77-79Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις από τη λειτουργία μονάδων παραγωγής βιοαερίου στην Ελλάδα, με έμφαση στον τρόπο αποτύπωσης, αξιολόγησης και διαχείρισής τους στο πλαίσιο των Μελετών Περιβαλλοντικών Επιπτώσεων (ΜΠΕ). Στόχος της εργασίας είναι η συστηματική καταγραφή και κατηγοριοποίηση των βασικών περιβαλλοντικών κινδύνων που συνδέονται με τις μονάδες βιοαερίου, καθώς και η διερεύνηση του βαθμού στον οποίο οι ΜΠΕ ανταποκρίνονται στις σύγχρονες επιστημονικές γνώσεις και στις απαιτήσεις του ισχύοντος νομοθετικού πλαισίου. Η μεθοδολογία βασίζεται στην ανάλυση και συγκριτική αξιολόγηση δέκα εγκεκριμένων ΜΠΕ μονάδων βιοαερίου, οι οποίες αφορούν διαφορετικές τεχνολογικές διατάξεις, δυναμικότητες και γεωγραφικές περιοχές. Τα δεδομένα που προκύπτουν από τις ΜΠΕ συγκρίνονται με ευρήματα της διεθνούς βιβλιογραφίας σχετικά με τις περιβαλλοντικές επιπτώσεις της αναερόβιας χώνευσης, όπως οι εκπομπές αερίων του θερμοκηπίου, οι οσμές, η διαχείριση του χωνεμένου υπολείμματος (digestate), οι επιπτώσεις στα ύδατα και στο έδαφος, καθώς και οι κίνδυνοι για τη δημόσια υγεία. Παράλληλα, εξετάζεται η συμβατότητα των προβλέψεων των ΜΠΕ με το ισχύον εθνικό και ευρωπαϊκό κανονιστικό πλαίσιο. Τα αποτελέσματα της εργασίας αναδεικνύουν αποκλίσεις μεταξύ των προβλέψεων των ΜΠΕ και της σύγχρονης επιστημονικής γνώσης, κυρίως ως προς την ποσοτική εκτίμηση ορισμένων επιπτώσεων και την εφαρμογή βέλτιστων πρακτικών. Τέλος, διατυπώνονται συμπεράσματα και προτάσεις για τη βελτίωση της διαδικασίας σύνταξης και αξιολόγησης των ΜΠΕ, με στόχο την ενίσχυση της περιβαλλοντικής προστασίας και της αξιοπιστίας του συστήματος περιβαλλοντικής αδειοδότησης.This master’s thesis examines the environmental impacts associated with the operation of biogas production plants in Greece, with particular emphasis on the way these impacts are identified, assessed, and managed through Environmental Impact Assessment (EIA) studies. The main objective of the thesis is the systematic identification and categorization of the key environmental risks related to biogas plants, as well as the evaluation of the extent to which EIAs reflect current scientific knowledge and comply with the existing regulatory framework. The methodological approach is based on the analysis and comparative assessment of ten approved Environmental Impact Assessment studies for biogas plants, covering different technological configurations, capacities, and geographical locations. The findings derived from the EIAs are compared with evidence from international scientific literature concerning the environmental impacts of anaerobic digestion, including greenhouse gas emissions, odour nuisance, digestate management, impacts on soil and water resources, and potential risks to public health. In parallel, the consistency of the EIAs with national and European environmental legislation is examined. The results of the study indicate notable discrepancies between the content of the EIAs and contemporary scientific findings, particularly regarding the quantitative assessment of specific environmental impacts and the systematic adoption of best available practices. In several cases, environmental risks are addressed in a descriptive rather than analytical manner, limiting the effectiveness of mitigation measures. Finally, the thesis formulates conclusions and proposals aimed at improving the preparation and evaluation process of Environmental Impact Assessment studies, with the objective of enhancing environmental protection, strengthening regulatory effectiveness, and improving the overall quality and credibility of environmental permitting procedures for biogas installations.79 σ

    A Systematic Review of Randomized Controlled Trials

    No full text
    Βιβλιογραφία : σ. 27 -33Υπόβαθρο: Η Μεσογειακή Διατροφή έχει ευρέως συσχετιστεί με μειωμένο κίνδυνο χρόνιων νοσημάτων και ευνοϊκά μεταβολικά αποτελέσματα. Αναδυόμενα επιστημονικά δεδομένα υποδηλώνουν ότι τα οφέλη αυτά ενδέχεται να διαμεσολαβούνται εν μέρει μέσω τροπο-ποιήσεων του εντερικού μικροβιώματος. Ωστόσο, τα ευρήματα μεταξύ των μελετών παραμένουν ετερογενή και η αιτιώδης συσχέτιση περιορίζεται από τη μεταβλητότητα στον σχεδιασμό των μελετών και στα χαρακτηριστικά των πληθυσμών. Σκοπός: Σκοπός της παρούσας συστηματικής ανασκόπησης ήταν η αξιολόγηση των επιδράσεων παρεμβάσεων βασισμένων στη Μεσογειακή Διατροφή στη σύσταση του εντερικού μικροβιώματος και στα συναφή κλινικά αποτελέσματα σε ενήλικους πληθυσμούς, αποκλειστικά βάσει δεδομένων από τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες μελέτες (RCTs). Μέθοδοι: Πραγματοποιήθηκε συστηματική αναζήτηση της βιβλιογραφίας στις βάσεις δεδομένων PubMed/MEDLINE, CENTRAL, IEEE Xplore και ClinicalTrials.gov από την έναρξή τους έως τον Μάρτιο του 2025, σύμφωνα με τις οδηγίες PRISMA και SWiM. Συμπεριλήφθηκαν τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες μελέτες που διερεύνησαν παρεμβάσεις Μεσογειακής Διατροφής σε ενήλικες (≥18 ετών), ανεξαρτήτως κατάστασης υγείας, που ανέφεραν αποτελέσματα σχετικά με το εντερικό μικροβίωμα. Η επιλογή των μελετών, η εξαγωγή και η σύνθεση των δεδομένων πραγματοποιήθηκαν σύμφωνα με τις οδηγίες PRISMA 2020. Αποτελέσματα: Συνολικά συμπεριλήφθηκαν 34 τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες μελέτες, οι οποίες περιλάμβαναν ετερογενείς ενήλικους πληθυσμούς, διαφορετικές διάρκειες παρέμβασης και ποικίλες συγκριτικές δίαιτες. Στην πλειονότητα των μελετών, οι δείκτες άλφα ποικιλότητας αναφέρθηκαν ως αμετάβλητοι, αν και σε επιλεγμένους πληθυσμούς παρατηρήθηκαν αυξήσεις ή μειώσεις. Επαναλαμβανόμενα ταξινομικά ευρήματα περιλάμβαναν την αύξηση βακτηρίων που σχετίζονται με τη ζύμωση φυτικών ινών και την παραγωγή λιπαρών οξέων βραχείας αλύσου, όπως τα Akkermansia muciniphila, Faecalibacterium prausnitzii, Roseburia spp. και μέλη των οικογενειών Lachnospiraceae και Oschillospiraceae, ενώ μειώσεις σε επιλεγμένα μικροβιακά τάξα αναφέρθηκαν λιγότερο συστηματικά. Τα δεδομένα σχετικά με τους μικροβιακούς μεταβολίτες ήταν περιορισμένα, ωστόσο σε ορισμένες μελέτες καταγράφηκαν αυξημένη παραγωγή λιπαρών οξέων βραχείας αλύσου και ευνοϊκές μεταβολές στα προφίλ των χολικών οξέων. Σε κλινικό επίπεδο, οι παρεμβάσεις Μεσογειακής Διατροφής συσχετίστηκαν με βελτιώσεις σε ανθρωπομετρικούς, μεταβολικούς, φλεγμονώδεις και γαστρεντερικούς δείκτες, αν και ευεργετικές μεταβολές παρατηρήθηκαν και σε ορισμένες ομάδες σύγκρισης. Συμπεράσματα: Τα δεδομένα από τυχαιοποιημένες ελεγχόμενες μελέτες υποστηρίζουν τη Μεσογειακή Διατροφή ως ένα διατροφικό πρότυπο με τεκμηριωμένη διατροφική αξία και δυνητικά οφέλη για την υγεία που ενδέχεται να διαμεσολαβούνται από το εντερικό μικροβιώμα. Αν και οι επιδράσεις στη συνολική μικροβιακή ποικιλότητα δεν υποστηρίζονται ισχυρά από το σύνολο των μελετών, παρατηρούνται αναπαραγώγιμες μεταβολές σε συγκεκριμένα μικροβιακά τάξα και σε κλινικά σημαντικά αποτελέσματα. Η μελλοντική έρευνα θα ωφεληθεί από παρεμβάσεις μεγαλύτερης διάρκειας και από μεγαλύτερη τυποποίηση τόσο της σύστασης της Μεσογειακής Διατροφής όσο και των μεθόδων αξιολόγησης της προσκόλλησης, με στόχο τη βελτίωση της συγκρισιμότητας μεταξύ των μελετών.Background: The Mediterranean Diet (MedDiet) is widely associated with reduced risk of chronic diseases and favorable metabolic outcomes. Emerging evidence suggests that these benefits may be partly mediated through modulation of the gut microbiota. However, findings across studies remain heterogeneous and causal inference is limited by variability in study design and population characteristics. Objectives: This systematic review aimed to evaluate the effects of MedDiet-based interventions on gut microbiota composition and related clinical outcomes in adult populations, based exclusively on evidence from randomized controlled trials (RCTs). Methods: A systematic literature search was conducted in PubMed/MEDLINE, CENTRAL, IEEE Xplore and ClinicalTrials.gov from database inception to March 2025, following PRISMA and SWiM guidelines. RCTs investigating MedDiet interventions in adults (≥18 years), regardless of health status, with reported gut microbiota outcomes were included. Study selection, data extraction and synthesis were performed according to PRISMA 2020 guidelines. Results: A total of 34 randomized controlled trials were included, encompassing diverse adult populations, intervention durations and comparator diets. Across the majority of trials, alpha diversity indices were reported as unchanged, although increases or decreases were observed in selected populations. Recurrent taxonomic findings included enrichment of bacteria linked to fiber fermentation and short-chain fatty acid production, such as Akkermansia muciniphila, Faecalibacterium prausnitzii, Roseburia spp. and members of the Lachnospiraceae and Oscillospiraceae families, while reductions in selected taxa were reported less consistently. Evidence on microbial metabolites was limited but suggested increased short-chain fatty acid production and favorable alterations in bile acid profiles in some studies. Clinically, MedDiet interventions were associated with improvements in anthropometric, metabolic, inflammatory and gastrointestinal outcomes, although beneficial effects were also observed in some comparator dietary arms. Conclusions: Evidence from randomized controlled trials supports the Mediterranean Diet as a nutritionally sound dietary pattern with potential microbiota-mediated health benefits. While effects on global microbial diversity are inconsistent, reproducible changes in specific microbial taxa and clinically relevant outcomes are observed. Future research would benefit from longer-term interventions and greater standardization of Mediterranean Diet composition and adherence scoring methods to improve comparability across studies.54 σ

    Juvenile Rehabilitation Methods and Ethical Dilemmas, A Research – Based Approach

    No full text
    Βιβλιογραφία : σ. 52 - 57Η παρούσα εργασία διερευνά το φαινόμενο της ανήλικης παραβατι-κότητας, εστιάζοντας στις θεωρητικές προσεγγίσεις, στους αιτιολογικούς παράγοντες και στις σύγχρονες πρακτικές σωφρονισμού, υπό το πρίσμα νομικών, κοινωνικών και ψυχολογικών παραμέτρων. Στόχος της είναι να αναδείξει τα αίτια που οδηγούν τους ανηλίκους σε παραβατικές συμπεριφορές, καθώς και να αξιολογήσει τα θεσμικά εργαλεία που διαθέτει η ελληνική έννομη τάξη για την πρόληψη, την αντιμετώπιση και την κοινωνική επανένταξη των νεαρών παραβατών. Η εργασία προσεγγίζει σφαιρικά το φαινόμενο της ανήλικης παραβατικότητας, εστιάζοντας στην ειδική ποινική μεταχείριση των ανηλίκων, όπως αυτή διαμορφώνεται μέσα από την ιστορική εξέλιξη του ποινικού δικαίου και την καθιέρωση αναμορφωτικών, θεραπευτικών και – κατ’ εξαίρεση – στερητικών της ελευθερίας μέτρων. Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη θεμελιώδη σημασία της εκπαίδευσης κατά τον εγκλεισμό, η οποία αναγνωρίζεται ως δικαίωμα, εργαλείο πρόληψης και μέσο ενίσχυσης της κοινωνικής ένταξης. Επιπλέον, αναλύονται οι βασικοί αιτιολογικοί παράγοντες της παραβατικής συμπεριφοράς, όπως η ανωριμότητα της ηθικής κρίσης, η δυσλειτουργία του οικογενειακού περιβάλλοντος, τα τραυματικά βιώματα και η κοινωνική περιθωριοποίηση, τεκμηριώνοντας την ανάγκη πολυπαραγοντικής πρόληψης. Η εργασία ολοκληρώνεται με την παρουσίαση προτάσεων πσελ. 7ολιτικής που επικεντρώνονται στη διεπιστημονική συνεργασία, την οικογενειακή ενδυνάμωση και την ανάπτυξη υποστηρικτικών μηχανισμών, στοχεύοντας σε ένα δίκαιο και αποκαταστατικό σύστημα δικαιοσύνης για ανηλίκους.This thesis explores the phenomenon of juvenile delinquency, focusing on theoretical approaches, causal factors, and modern correctional practices, through the lens of legal, social, and psychological dimensions. Its aim is to highlight the underlying causes that lead minors to delinquent behavior and to evaluate the institutional tools available within the Greek legal framework for the prevention, management, and social reintegration of young offenders. The study adopts a comprehensive approach to juvenile delinquency, emphasizing the specialized criminal treatment of minors as it has evolved historically through the development of reformative, therapeutic, and—exceptionally—custodial measures. Particular emphasis is placed on the fundamental importance of education during detention, which is recognized both as a right and as a means of prevention and social reintegration. Furthermore, the main causal factors of delinquent behavior are examined, such as immaturity in moral reasoning, dysfunctional family environments, traumatic experiences, and social marginalization, demonstrating the necessity for a multifactorial approach to prevention. The thesis concludes with a set of policy proposals focused on interdisciplinary collaboration, family empowerment, and the establishment of supportive mechanisms, aiming at a fair and restorative juvenile justice system.57 σ

    The Consent of the Issuer in the Crime of Forgery

    No full text
    Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπέςΗ παρούσα μεταπτυχιακή διπλωματική εργασία εξετάζει τη λειτουργία της συναίνεσης του εκδότη στο έγκλημα της πλαστογραφίας, ένα ζήτημα κεντρικής σημασίας για την ποινική επιστήμη και την εφαρμογή αυτής στην πράξη. Η έρευνα αναλύει τις θεωρητικές βάσεις και τις πρακτικές διαστάσεις ενός φαινομένου που θέτει σε αμφισβήτηση τις παραδοσιακές αντιλήψεις περί πλαστότητας εγγράφων. Μεθοδολογικά, η μελέτη υιοθετεί διεπιστημονική προσέγγιση, εξετάζοντας την ιστορική εξέλιξη της έννοιας της συναίνεσης από την αρχαία φιλοσοφία έως τις σύγχρονες θεωρίες, τη νομική διάσταση αυτής και την εφαρμογή της στο χώρο του ποινικού δικαίου, τη δογματική ανάλυση των βασικών εννοιών της πλαστογραφίας και τη λειτουργία της συναίνεσης του εκδότη υπό το πρίσμα του εξεταζόμενου αδικήματος, καθώς και την εμπειρική διερεύνηση της νομολογιακής πρακτικής. Τα κύρια ευρήματα καταδεικνύουν ότι η έγκυρη συναίνεση του εκδότη αποκλείει την αντικειμενική υπόσταση του εγκλήματος της πλαστογραφίας, καθώς διατηρείται η εγγυητική λειτουργία του εγγράφου. Η νομολογιακή ανάλυση αποκαλύπτει τη σταδιακή μετάβαση από φορμαλιστικές προσεγγίσεις σε ρεαλιστικές αξιολογήσεις που σέβονται την ελευθερία διάθεσης των εννόμων αγαθών δίχως να πλήττουν τις δογματικές αρχές του ποινικού δικαίου, ανταποκρινόμενες στην πολυπλοκότητα και τη λογική των βιοτικών σχέσεων. Ωστόσο, η έρευνα εντοπίζει σημαντικές προκλήσεις στην ερμηνεία και την πρακτική εφαρμογή, ιδιαίτερα δυσχερών και δυσδιάκριτων εννοιών της εν λόγω προβληματικής, που «δοκιμάζουν» τις διατυπωθείσες θέσεις της επιστημονικής κοινότητας στην πράξη. Η μελέτη καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η συναίνεση του εκδότη στην πλαστογραφία συνιστά κι αυτή θεμελιώδη έκφραση της ατομικής αυτονομίας και παρά τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά που φέρει, αποτελεί αξονική έννοια η οποία υπό συγκεκριμένους όρους και αναλόγως τη μορφή που λαμβάνει επιδρά αποφασιστικά στην στοιχειοθέτηση του τυποποιημένου αυτού εγκληματικού φαινομένου.This Master's thesis examines the function of issuer consent in the crime of forgery, an issue of central importance to criminal science and its practical application. The research analyzes the theoretical foundations and practical dimensions of a phenomenon that challenges traditional conceptions regarding document falsification. Methodologically, the study adopts an interdisciplinary approach, examining the historical evolution of the concept of consent from ancient philosophy to contemporary theories, its legal dimension and application in the field of criminal law, the dogmatic analysis of the basic concepts of forgery and the function of issuer consent under the prism of the examined offense, as well as the empirical investigation of jurisprudential practice. The main findings demonstrate that valid issuer consent precludes the objective element of the crime of forgery, as the guarantee function of the document is preserved. The jurisprudential analysis reveals a gradual transition from formalistic approaches to realistic assessments that respect the freedom of disposal of legal goods without undermining the dogmatic principles of criminal law, responding to the complexity and logic of social relations. However, the research identifies significant challenges in the interpretation and practical application of particularly difficult and indistinct concepts within this problematic area, which "test" the formulated positions of the scientific community in practice. The study concludes that issuer consent in forgery also constitutes a fundamental expression of individual autonomy and, despite the particular characteristics it bears, represents a pivotal concept which, under specific conditions and depending on the form it takes, decisively affects the establishment of this codified criminal offense.76 σ

    Ethical Dilemmas and the Analysis of Bioethical Issues in Francophone Literature and Cinema

    No full text
    Βιβλιογραφία: σ. 50 - 56Η παρούσα διπλωματική εργασία διερευνά τη σχέση της βιοηθικής με τη σύγχρονη γαλλόφωνη καλλιτεχνική δημιουργία, εστιάζοντας στον τρόπο με τον οποίο η λογοτεχνία και ο κινηματογράφος αποτυπώνουν και διαπραγματεύονται ηθικά διλήμματα που προκύπτουν από την πρόοδο των βιοϊατρικών επιστημών. Μέσα από το πρίσμα της «Γαλλικής Βιοηθικής Εξαίρεσης» και τη φιλοσοφική σκέψη των Georges Canguilhem και Michel Foucault, αναλύεται πώς η τέχνη λειτουργεί ως εργαστήριο ηθικού στοχασμού. Στο πεδίο της λογοτεχνίας, η μελέτη εστιάζει στο μυθιστόρημα Réparer les vivants της Maylis de Kerangal, που προσεγγίζει τη δωρεά οργάνων ως πράξη αλληλεγγύης και κοσμικής ιερότητας, σε αντιδιαστολή με το έργο του Michel Houellebecq, ο οποίος εκφράζει την υπαρξιακή αγωνία και την απελπισία απέναντι στον μετανθρωπισμό. Στον κινηματογράφο, η ανάλυση επικεντρώνεται σε δύο πρόσφατα έργα: το Le Dernier Souffle (2024) του Κώστα Γαβρά, που πραγματεύεται την παρηγορητική φροντίδα και το δικαίωμα στο «ευ θνήσκειν», και το La Petite (2023) του Guillaume Nicloux, που εξετάζει τις ηθικές και συναισθηματικές διαστάσεις της παρένθετης μητρότητας (GPA) σε ένα διασυνοριακό πλαίσιο. Η εργασία καταδεικνύει ότι η γαλλόφωνη αφήγηση αποφεύγει τις απλουστευτικές λύσεις, προκρίνοντας την αμφισημία και την ανάδειξη της ανθρώπινης ευαλωτότητας ως κεντρικού στοιχείου της βιοηθικής εμπειρίας.This thesis explores the relationship between bioethics and contemporary French-speaking artistic creation, focusing on how literature and cinema depict and negotiate ethical dilemmas arising from advancements in biomedical sciences. Through the lens of the "French Bioethical Exception" and the philosophical thought of Georges Canguilhem and Michel Foucault, the study analyzes how art functions as a laboratory for ethical reflection. In the field of literature, the study focuses on Maylis de Kerangal's novel Réparer les vivants (Mend the Living), which approaches organ donation as an act of solidarity and secular sanctity, in contrast to the work of Michel Houellebecq, who expresses existential anxiety and despair regarding transhumanism. In cinema, the analysis centers on two recent works: Costa-Gavras' Le Dernier Souffle (Last Breath, 2024), which deals with palliative care and the right to die with dignity, and Guillaume Nicloux's La Petite (2023), which examines the ethical and emotional dimensions of surrogacy (GPA) within a cross-border context. The thesis demonstrates that French narrative avoids simplistic resolutions, favoring ambiguity and highlighting human vulnerability as a central element of the bioethical experience.56 σ

    2,052

    full texts

    15,943

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    Repository of DUTH is based in Greece
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇