Περιέχει βιβλιογραφικές παραπομπέςΗ παρούσα εργασία εξετάζει τη σημασία και την αναγκαιότητα ενσωμάτωσης μιας έμφυλης και παιδοκεντρικής προσέγγισης στο σύστημα διεθνούς προστασίας. Αναλύει τις ιδιαίτερες μορφές ευαλωτότητας που χαρακτηρίζουν τις γυναίκες, τα ΛΟΑΤΚΙ+ άτομα και τα παιδιά στο πλαίσιο των διαδικασιών ασύλου, οι οποίες συχνά παραμένουν αόρατες μέσα στα γενικά νομικά σχήματα και τις τυποποιημένες διοικητικές διαδικασίες. Παρουσιάζει την νομοθεσία σε διεθνές και ευρωπαϊκό επίπεδο (από τη Σύμβαση της Γενεύης έως τις πρόσφατες ευρωπαϊκές Οδηγίες) και αναδεικνύει πώς οι σύγχρονες ερμηνευτικές προσεγγίσεις έχουν εμπλουτίσει την έννοια του πρόσφυγα ώστε να περιλαμβάνει μορφές δίωξης που συνδέονται με το φύλο, την ταυτότητα φύλου, τον σεξουαλικό προσανατολισμό και την ανηλικότητα.
Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στο φαινόμενο της έμφυλης βίας ως λόγου διεθνούς προστασίας, στο οποίο περιλαμβάνονται μορφές όπως ο βιασμός, η ενδοοικογενειακή βία, η εμπορία ανθρώπων, ο ακρωτηριασμός γυναικείων γεννητικών οργάνων και οι καταναγκαστικοί γάμοι. Παράλληλα μελετάται η σταδιακή αναγνώριση των γυναικών και των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων ως ατόμων μετεχόντων σε ιδιαίτερες κοινωνικές ομάδες, σύμφωνα με τη Σύμβαση της Γενεύης, εξέλιξη που επέτρεψε τη διεύρυνση του καθεστώτος προστασίας και την ενίσχυση της πρόσβασης τους σε δίκαιες διαδικασίες ασύλου.
Σε ό,τι αφορά τα παιδιά, παρουσιάζονται οι λόγοι δίωξης που σχετίζονται με την ανηλικότητα, όπως η υποχρεωτική στρατολόγηση των ανηλίκων στη χώρα καταγωγής τους, ο ακρωτηριασμός Γυναικείων Γεννητικών Οργάνων (ΑΓΓΟ), οι παραβιάσεις των οικονομικών, κοινωνικών και πολιτιστικών δικαιωμάτων και η εμπορία παιδιών, και το θεσμικό πλαίσιο που βασίζεται στην αρχή του βέλτιστου συμφέροντος του παιδιού και το οποίο επιβάλλει ειδικές εγγυήσεις: κατάλληλες συνθήκες υποδοχής, προσαρμοσμένες διαδικασίες συνέντευξης, πρόσβαση σε εκπαίδευση, ιατρική και ψυχοκοινωνική υποστήριξη. Η εργασία αναλύει πώς η ανηλικότητα και η έλλειψη ωριμότητας καθιστούν τα παιδιά ιδιαίτερα ευάλωτα σε πρακτικές βίας και εκμετάλλευσης.
Τέλος, η εργασία εξετάζει τα σύγχρονα δεδομένα του διεθνούς και ευρωπαϊκού πλαισίου, αναδεικνύοντας τόσο τα θετικά βήματα όσο και τα υφιστάμενα κενά στην εφαρμογή τους από την Ελλάδα. Παρά τις προόδους, εντοπίζονται σημαντικές δυσκολίες που σχετίζονται με στερεότυπα, ανεπαρκή επιμόρφωση των αρχών, ατελείς διαδικασίες και πρακτικές που συχνά εμποδίζουν την πλήρη και ουσιαστική προστασία ευάλωτων ατόμων. Συνολικά, η εργασία καταδεικνύει ότι η έμφυλη και παιδοκεντρική προσέγγιση δεν αποτελεί απλώς κανονιστική επιλογή, αλλά αναγκαία προϋπόθεση για ένα δίκαιο, αποτελεσματικό και ανθρωποκεντρικό σύστημα διεθνούς προστασίας.This thesis examines the importance and necessity of integrating a gender-sensitive and child-centred approach into the refugee and international protection system. It explores the particular vulnerabilities faced by women, LGBTQI+ individuals and children within asylum procedures, that are often rendered invisible within general legal frameworks and standardised administrative processes. The study outlines the development of international and european law (from the Geneva Convention to contemporary EU directives) and highlights how modern interpretative practices have progressively expanded the definition of the refugee to include forms of persecution linked to gender, gender identity, sexual orientation, and childhood.
Special emphasis is placed on gender-based violence as a ground for international protection, including rape, domestic violence, trafficking, female genital mutilation, and forced marriage. The thesis further analyses the gradual recognition of women and LGBTQI+ persons as a member of a particular social group, under the Geneva Convention, a development that has strengthened their access to fair and meaningful asylum procedures.
Regarding children, the grounds for persecution related to their age, such as the compulsory recruitment of minors in their country of origin, Female Genital Mutilation (FGM), violations of economic, social and cultural rights, and child trafficking, are presented. The institutional framework based on the principle of the best interests of the child, which requires special safeguards: appropriate reception conditions, adapted interview procedures, access to education, medical care and psychosocial support, is also presented. The thesis analyses how childhood and lack of maturity make children particularly vulnerable to practices of violence and exploitation.
Finally, the thesis assesses the current international and EU landscape, highlighting both the advances achieved and the persistent gaps in practical implementation by Greece. Despite legislative progress, significant challenges remain, including stereotypes, insufficient training of authorities and procedural shortcomings that hinder the full protection of vulnerable individuals. Overall, the thesis argues that a gender-sensitive and child-centred approach is not merely an optional policy orientation but an essential prerequisite for a fair, effective and human-rights-based international protection system.70 σ
Is data on this page outdated, violates copyrights or anything else? Report the problem now and we will take corresponding actions after reviewing your request.