Repository of UOI "Olympias" (University of Ioannina)
Not a member yet
    56844 research outputs found

    A Wavelet Local Multiple Correlation approach

    Get PDF
    This study examines the dynamic relationship between silver and platinum daily futures prices, from 2 February 2018 to 2 February 2025, covering the period of the COVID-19 pandemic. Both metals hold a dual role as investment assets and industrial inputs, making their prices vulnerable to macroeconomic shocks, supply-demand imbalances, and industrial shifts. Data for the analysis were obtained from Investing.com. The Wavelet Local Multiple Correlation (WLMC) method, supplemented by wavelet coherence, has been applied to capture co-movements and volatility persistence across multiple time-frequency scales. The results reveal a persistently positive but time-varying correlation. High frequencies indicate moderate and unstable co-movement, whereas medium-term horizons present a stronger relationship with cyclical patterns throughout the pandemic. Low frequencies exhibit the most consistent and strong co-movement, underscoring a structural interdependence between the two markets. This work also focuses on volatility dynamics, revealing that the correlation between the two metals in medium and long horizons peaked during the pandemic, with a partial decoupling following in the post-pandemic period. Dominant heatmaps are used to visualize the most dependent variable in their relationship, revealing platinum's dominant role across most time scales, highlighting an asymmetric dependence. By focusing on silver-platinum linkages, an area less explored in prior research, this analysis provides novel multiscale evidence of their time-varying co-movements, volatility spillovers, and platinum's asymmetric leadership.7

    Επιπτώσεις του συνεχούς της κρίσης και πρακτικές ανθεκτικότητας κατά το έργο των εκπαιδευτικών Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης

    Get PDF
    Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει το φαινόμενο του συνεχούς της κρίσης (permacrisis) εστιάζοντας στις επιπτώσεις που επιφέρει στους εκπαιδευτικούς της δευτεροβάθμιας εκπαίδευσης καθώς και στις πρακτικές ανθεκτικότητας που αυτοί αξιοποιούν κατά το έργο τους. Μέσω ποσοτικής έρευνας σε 138 εκπαιδευτικούς της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης Ιωαννίνων, διαπιστώθηκε ότι η παρατεταμένη κρίση οδηγεί σε αλλοίωση της επαγγελματικής ταυτότητας και του ρόλου του εκπαιδευτικού, σε ανεπάρκεια υλικοτεχνικών πόρων, σε φθορά του σχολικού κλίματος, μείωση της εργασιακής ικανοποίησης και ψυχολογική κόπωση. Παράλληλα, οι εκπαιδευτικοί υιοθετούν πρακτικές ανθεκτικότητας που σχετίζονται κυρίως με τη δημιουργικότητα και την παρακίνηση των μαθητών, την επαγγελματική δέσμευση, την προσαρμοστικότητα και τις διαπροσωπικές σχέσεις. Αναφορικά με τα δημογραφικά και επαγγελματικά χαρακτηριστικά των εκπαιδευτικών, δεν εντοπίστηκαν στατιστικά σημαντικές διαφορές ως προς τις επιπτώσεις του συνεχούς της κρίσης, ενώ ως προς συγκεκριμένες πρακτικές ανθεκτικότητας εμφανίζονται διαφοροποιήσεις.This thesis examines the phenomenon of permacrisis focusing on its effects on secondary education teachers and the resilience practices they employ. A quantitative survey conducted among 138 secondary education teachers in Ioannina, showed that the prolonged crisis leads to an alteration of teachers’ professional identity and role, lack of material and technical resources, deterioration of the school climate, reduced job satisfaction, and psychological fatigue. At the same time, teachers adopt resilience practices mainly related to creativity and student motivation, professional commitment, adaptability and interpersonal relationships. Regarding the demographic and professional characteristics of the teachers, no statistically significant differences were found in relation to the effects of the permacrisis, whereas differences were observed in certain resilience practices.9

    Emotion recognition through facial expressions in typically developing children aged 9-12

    No full text
    Η έρευνα αυτή είχε ως στόχο να διερευνήσει την ικανότητα των παιδιών τυπικής ανάπτυξης ηλικίας 9-12 ετών να αντιλαμβάνονται τις εκφράσεις του προσώπου και να τις κατονομάζουν ανάλογα. Περιλαμβάνονται απλά και σύνθετα συναισθήματα, τα οποία εξετάζονται μέσω στατικών (εικόνες) και δυναμικών (βίντεο) ερεθισμάτων, με τη χρήση κατάλληλων σταθμισμένων εργαλείων. Ο κύριος σκοπός της έρευνας είναι να καλύψει το ερευνητικό κενό στο ελληνικό πλαίσιο και να απαντήσει στις ερευνητικές υποθέσεις. Οι ερευνητικές υποθέσεις που θα διερευνηθούν αφορούν την επίδραση της ηλικίας και του φύλου στην κατονομασία των συναισθημάτων, καθώς και την καταμέτρηση των ποσοστών επιτυχίας κατονομασίας των συναισθημάτων από τα παιδιά τυπικής ανάπτυξης αυτής της ηλικίας. Μεθοδολογία: Η μελέτη περιλαμβάνει αναφορές για παιδιά διάφορων ηλικιών, από προσχολική μέχρι και εφηβική ηλικία, και ευρήματα σχετικά με τη συχνότητα παραγωγής συναισθηματικών λέξεων και την ακρίβεια αναγνώρισης συναισθηματικών εκφράσεων ανά ηλικιακή ομάδα. Στη συγκεκριμένη έρευνα τα παιδιά που συμμετείχαν ήταν 27, από τα οποία 12 ήταν αγόρια και 15 κορίτσια, και τους χορηγήθηκαν δύο εργαλεία, το Raven’s Educational CPM / CVS και το Amsterdam Dynamic Facial Expression Set (ADFES). Αποτελέσματα: Τα αποτελέσματα δεν έδειξαν κάποια σημαντική διαφορά μεταξύ των δύο φύλων, συμπέραναν, όμως, ότι η φύση των ερεθισμάτων δεν επηρεάζει σημαντικά την κατανόηση των συναισθημάτων και επιβεβαίωσαν ότι η δυσκολία στην αναγνώριση συγκεκριμένων εκφράσεων είναι σταθερή και δεν εξαρτάται από την μορφή παρουσίασης. Συμπεράσματα: Τέλος, πραγματοποιήθηκε σύγκριση των ευρημάτων με άλλα ευρήματα από παγκόσμια βιβλιογραφία καθώς παρουσιάστηκαν και διάφοροι περιορισμοί, οι οποίοι μπορεί να είχαν κάποιο αρνητικό αντίκτυπο στα αποτελέσματα της έρευνας, και ορισμένες προτάσεις για μελλοντικές μελέτες τόσο πάνω στο ίδιο θέμα για καλύτερα, πιο αξιόπιστα και στατιστικά σημαντικά αποτελέσματα, όσο σε παρεμφερή θέματα που θα πήγαιναν τη μελέτη ένα βήμα παρακάτω και θα εμπλούτιζαν την ελληνική βιβλιογραφία.This study aimed to investigate the ability of typically developing children aged 9-12 years to perceive facial expressions and name them accordingly. It includes simple and complex emotions, which are examined through static (images) and dynamic (videos) stimuli, using appropriate standardized tools. The main purpose of the research is to fill the research gap in the Greek and cultural context and to answer the research hypotheses. The research hypotheses to be investigated concern the age and gender of children, as well as which types of emotions will be recognized with the highest frequency. Methodology: The study includes references to children of various ages, from preschool to adolescence, and findings regarding the frequency of emotional word production and the accuracy of emotional expression recognition by age group. In this particular study, 27 children participated, 12 of whom were boys and 15 girls, and they were administered two tools, the Raven's Educational CPM/CVS and the Amsterdam Dynamic Facial Expression Set (ADFES). Results: The results did not show any significant difference between the two genders, but concluded that the nature of the stimuli does not significantly affect the understanding of emotions and confirmed that the difficulty in recognizing specific expressions is consistent and does not depend on the form of presentation. Conclusion: Finally, the findings were compared with other findings from the global literature, and various limitations were presented that may have had a negative impact on the results of the study, and some suggestions for future studies on the same topic for better, more reliable, and statistically significant results, as well as on similar topics that would take the study a step further and enrich the Greek literature.78 σ

    a handbook for the restoration of the path through the Asfendou Gorge, Sphakia

    No full text
    “Στο συντριπτικά μεγαλύτερο κομμάτι της ιστορίας τους, οι ανθρώπινοι οικισμοί φύτρωναν σαν αποικίες ζωντανών οργα- νισμών μέσα στο ίδιο το περιβάλλον, από τα υλικά αυτού του περιβάλλοντος και με μια διάθεση να “κρυφτούν” μέσα στο φυσικό τους οικοσύστημα. [...] Τη ρήξη έκανε ο αρχιτεκτονικός μοντερνισμός επιβάλλοντας βίαια, τεχνητά υλικά —σίδερο, γυαλί, οπλισμένο σκυρόδεμα— περιφρονώντας τις πρακτικές σοφίες της λαϊκής οικοδομικής [...] και, κυρίως, διαβάζοντας ολόκληρο τον γεωμορφολογικό χάρτη σαν σχέδιο τεχνικής ανάπλασης που θα επεξέτεινε καρκινικά το οικισμένο εις βάρος του άγριου, το κτισμένο εις βάρος του άκτιστου: ακριβέστερα, ανταποκρίθηκε στη “μοντέρνα” οπτική που είδε τον χώρο ως οιονεί εμπόρευμα, όπως όλα τα άλλα μέσα στην αγορά, και δυνητική πηγή κερδοφορίας." - Τερζάκης. Φ., "Η απαλλοτρίωση της φύσης και οι ευθύνες της αρχιτεκτονικής", στο: "Η Διεκδίκηση της υπαίθρου. Φύση και κοινωνικές πρακτικές της σύγχρονης Ελλάδας." Επιμέλεια: Μανωλίδης. Καναρέλης. Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, 2009. σ.143.Η παρούσα διπλωματική εργασία εκπονήθηκε με σκοπό να λειτουργήσει ως πρακτικό εγχειρίδιο. Με πεδίο έρευνας τα Σφακιά, εξετάζονται αναλυτικά τα στάδια αναβίωσης ενός παραδοσιακού μονοπατιού. Η περιοχή χαρακτηρίζεται από μια ιδιαίτερη γεωμορφολογία, διαμορφωμένη από τα πολλαπλά φαράγγια που τη διατρέχουν από τον βορρά προς τον νότο. Κάθε φαράγγι αποτελούσε ιστορικά και ένα μονοπάτι, το οποίο συνέδεε τους χειμερινούς με τους θερινούς οικισμούς, δεδομένου ότι οι Σφακιανοί υπήρξαν παραδοσιακά κτηνοτρόφοι και νομάδες. Σήμερα τα μονοπάτια αυτά διατηρούνται κυρίως ως ίχνη μιας παλαιότερης κατάστασης, από τη στιγμή που οι κάτοικοι εγκατέλειψαν τα ορεινά (θερινά) χωριά και εγκαταστάθηκαν μόνιμα στα παραθαλάσσια (χειμερινά). Ωστόσο, φέρουν ακόμη πληθώρα στοιχείων που μαρτυρούν τη σημασία τους μέχρι και πρόσφατα. Η εργασία επιχειρεί να καταγράψει αυτά τα ίχνη και να τεκμηριώσει την αναγκαιότητα της διατήρησής τους. Μελετώντας ως παράδειγμα το μονοπάτι στο φαράγγι του Ασφένδου, αναλύονται οι ξερολιθικές κατασκευές που εντοπίζονται κατά μήκος του και προτείνονται μέθοδοι συντήρησης και επανάχρησής τους. Τελικός στόχος είναι η εφαρμογή των παραπάνω πρακτικών σε όλα τα μονοπάτια της περιοχής, με σκοπό τη δημιουργία ενός συνεκτικού δικτύου που θα εξυπηρετεί τα χωριά και τους κατοίκους τους.This diploma thesis was undertaken with the intention of serving as a practical handbook. Focusing on the region of Sfakia, it examines the stages involved in the revival of a traditional path. Sfakia is characterized by a distinctive geomorphology, defined by the multiple gorges that cut through the landscape from north to south. Each gorge historically functioned as a route connecting the winter and summer settlements, as the inhabitants of Sfakia were traditionally pastoralists and nomads. These paths now survive only as traces of a former way of life, following the permanent relocation of the residents from the mountainous (summer) villages to the coastal (winter) ones. Nonetheless, the paths still bear numerous signs that testify to their significance until quite recently. This thesis attempts to document these traces and to articulate the importance of preserving them. Using the path through the Asfendou Gorge as a case study, the dry-stone constructions along it are examined in detail, and methods for their maintenance and reuse are proposed. The ultimate aim is to apply these practices across all the traditional paths of the area, enabling the formation of a cohesive network that will serve both the villages and their inhabitants.1. Εισαγωγή 2. Τα Σφακιά - Μετακίνηση και εγκατάλειψη - Τα φαράγγια - Τα μονοπάτια 3. Το μονοπάτι μέσα στο φαράγγι του Ασφένδου 4. Εγχειρίδιο - Καθάρισμα - Σηματοδότηση - Ενδυμασία - Εργαλειοθήκη - Σημείο παρέμβασης - οργάνωση χώρου - Εύρεση πέτρας - μετακίνηση της - Αποκατάσταση - επισκευή i. Λιθόστρωτο μονοπάτι ii. Ξερολιθικός τοίχος iii. Ασβεστοκάμινο iv. Κάθισμα - v. Ποτίστρα 5. Σχεδίαση μονοπατιού 6. Επίλογος 7. Βιβλιογραφία 8. Ευχαριστίες6

    Illustration, discourse and play through two classical and play literature books

    No full text
    Η παρούσα διατριβή αποτελεί μια ποιοτική έρευνα στην οποία μέσα από παρουσιάσεις και συγκρίσεις συγκεκριμένου δείγματος παιδικών λογοτεχνικών βιβλίων βγαίνουν συμπεράσματα αναφορικά με τις εικόνες , τον λόγο και την παρουσίαση του παιχνιδιού μέσα στα παιδικά λογοτεχνικά βιβλία. Το παιδικό λογοτεχνικό εικονοβιβλίο μεταλαμπαδεύει μέσα από τον λόγο του και τις εικόνες ηθικά διδάγματα, αντιλήψεις της εκάστοτε εποχής, τον σημαντικό ρόλο που διαδραματίζει το παιχνίδι στις ζωές των παιδιών καθώς μέσα από τις εικόνες διαφαίνονται οι «αισθητικές» , η εξέλιξη της τεχνολογίας κι συμβολή τους μέσα στο αφήγημα. Επιπλέον, μέσα από την μέθοδο της σύγκρισης των βιβλίων παρουσιάζονται οι διαφορές μεταξύ τους που τα καθιστούν ξεχωριστά στον «κόσμο» της παιδικής λογοτεχνίας και την εξελικτική πορεία του λόγου, των εικόνων αλλά και της παρουσίασης του παιχνιδιού κάθε αφηγήματος μέσα στο χρόνο σε σχέση με την πρωτότυπη έκδοση. Συμπερασματικά, γίνεται αντιληπτό ότι τα παιδικά λογοτεχνικά βιβλία δεν αποτελούν μόνο μέσο ψυχαγωγίας ή διδαχής των παιδιών αλλά αποτελούν «καθρέφτη» της ψυχολογίας των πρωταγωνιστών και της εξέλιξης της κοινωνίας.41 σ

    Social (pragmatic) communication disorder (SCD): key challenges in defferential diagnosis and speech therapy interventions

    Get PDF
    Η Κοινωνική (Πραγματολογική) Επικοινωνιακή Διαταραχή (SCD) αναγνωρίζεται στο DSM-5 ως ξεχωριστή-διακριτή διαταραχή η οποία χαρακτηρίζεται από δυσκολίες στη χρήση της γλώσσας για κοινωνικούς σκοπούς και στην κατανόηση έμμεσων μηνυμάτων, όπως μεταφορές, χιούμορ ή σαρκασμό. Η διάγνωση της SCD παρουσιάζει προκλήσεις, καθώς τα συμπτώματά της επικαλύπτονται συχνά με αυτά της Διαταραχής Αυτιστικού Φάσματος (ΔΑΦ) και των γλωσσικών διαταραχών (SLI/DLD) [Ειδικής Γλωσσικής Διαταραχής (SLI) / Αναπτυξιακής Γλωσσικής Διαταραχής (DLD)]. Σκοπός της παρούσας εργασίας ήταν η διερεύνηση των δυσκολιών που υπάρχουν στη διαφορική διάγνωση της SCD καθώς και της αποτελεσματικότητας λογοθεραπευτικών παρεμβάσεων. Η ανάλυση βασίστηκε σε 20 μελέτες, περιλαμβάνοντας τυχαιοποιημένες δοκιμές, μελέτες περίπτωσης και ανασκοπήσεις. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η διάκριση της SCD από τη ΔΑΦ και τις SLI/DLD παραμένει δύσκολη λόγω επικαλύψεων και έλλειψης αξιόπιστων εργαλείων αξιολόγησης. Επιπλέον, οι πιο αποτελεσματικές παρεμβάσεις συνδυάζουν τη διδασκαλία κοινωνικοπραγματολογικών δεξιοτήτων, την ενεργό συμμετοχή γονέων και συνομηλίκων και τη χρήση μεταγνωστικών στρατηγικών, με το πρόγραμμα SCIP (Social Communication Intervention Programme) να παρουσιάζει τα πιο σταθερά θετικά αποτελέσματα. Συμπερασματικά, απαιτούνται μελλοντικές μακροπρόθεσμες και πολυδιάστατες μελέτες για τη βελτίωση της διάγνωσης, της κατανόησης της πορείας της διαταραχής και της αποτελεσματικότητας των παρεμβάσεων.Social (Pragmatic) Communication Disorder (SCD) is recognized in DSM-5 as a separate-discrete disorder which is characterized by difficulties in using language for social purposes and in understanding indirect messages, such as metaphors, humor, or sarcasm. The diagnosis of SCD presents challenges, as its symptoms often overlap with those of Autism Spectrum Disorder (ASD) and language disorders (SLI/DLD) [Specific Language Impairment (SLI) / Developmental Language Disorder (DLD)]. The aim of this study was to investigate the difficulties that exist in the differential diagnosis of SCD and as well as the effectiveness of speech therapy interventions. The analysis was based on 20 studies, including randomized trials, case studies, and reviews. The results show that distinguishing SCD from ASD and SLI/DLD remains difficult due to overlaps and a lack of reliable assessment tools. Additional, the most effective interventions combine teaching social-cognitive skills, active participation of parents and peers, and the use of metacognitive strategies, with the SCIP programme (Social Communication Intervention Programme) showing the most consistent positive results. In conclusion, future long-term and multidimensional studies are needed to improve diagnosis, understanding of the course of the disorder, and the effectiveness of interventions.124 σ

    Development of a strategic marketing plan in the agri-Food sector of animal-origin Products. Case study: The commercial exploitation of the greek short-horned cattle breed in Epirus

    No full text
    Η παρούσα διπλωματική εργασία εξετάζει την εμπορική αξιοποίηση αυτόχθονων φυλών ζώων και ειδικότερα της Ελληνικής Βραχυκερατικής φυλής βοοειδών, με στόχο την ανάπτυξη niche και premium αγροδιατροφικών προϊόντων, μέσω στρατηγικών μάρκετινγκ, territorial μάρκετινγκ και place branding. Αρχικά, αναπτύσσεται το θεωρητικό πλαίσιο, με έμφαση στις έννοιες των εξειδικευμένων αγορών, των premium προϊόντων, της αυθεντικότητας και της βιωσιμότητας, καθώς και στις αντίστοιχες καταναλωτικές συμπεριφορές. Αναδεικνύεται ο ρόλος των niche αγορών στην ενίσχυση της ανταγωνιστικότητας μικρών παραγωγών μέσω διαφοροποίησης και αξιοποίησης τοπικών χαρακτηριστικών. Στη συνέχεια αναλύονται βασικά στρατηγικά εργαλεία μάρκετινγκ (SWOT, PESTEL, το μοντέλο STP, διευρυμένο μίγμα μάρκετινγκ) και η εφαρμογή τους στον ελληνικό και ευρωπαϊκό αγροδιατροφικό τομέα, με ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στη συνεργατικότητα μεταξύ παραγωγών. Η διεθνής και ελληνική βιβλιογραφία αναδεικνύει ότι η διαφοροποίηση, η αυθεντικότητα, η ποιότητα και η βιωσιμότητα συνδέονται άμεσα με την πρόθεση αγοράς και την προθυμία πληρωμής υψηλότερης τιμής. Η γενετική ταυτότητα των αυτόχθονων φυλών λειτουργεί ως δείκτης αυθεντικότητας και συμβάλλει στην περιβαλλοντική και οικονομική βιωσιμότητα μέσω εκτατικών συστημάτων διαχείρισης φυσικών πόρων. Το territorial μάρκετινγκ και το place branding αξιοποιούν τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά της φυλής και του τόπου προέλευσης ενισχύοντας την αναγνωρισιμότητα και την ταυτότητα των προϊόντων. Η έρευνα υιοθετεί μεθοδολογία μελέτης περίπτωσης, πλαισιωμένη από διερευνητική καταναλωτική έρευνα μέσω ερωτηματολογίου, με σκοπό την αποτύπωση στάσεων και αντιλήψεων και όχι στατιστική γενίκευση των αποτελεσμάτων. Η καταναλωτική συμπεριφορά αναλύεται βάσει της Θεωρίας Σχεδιασμένης Συμπεριφοράς, της Θεωρίας Αξιών–Πεποιθήσεων–Κανόνων και το εννοιολογικό σχήμα εμπιστοσύνης–τιμής–αγοραστικής πρόθεσης, αναδεικνύοντας τον ρόλο της εμπιστοσύνης, των ηθικών αξιών, της αντιλαμβανόμενης ποιότητας και της διαθεσιμότητας στην πρόθεση αγοράς. Συμπερασματικά, η εργασία αναδεικνύει ότι η επιτυχής εμπορική αξιοποίηση των προϊόντων της Ελληνικής Βραχυκερατικής φυλής προϋποθέτει στρατηγική διαφοροποίησης, αυθεντικότητα, συνεργατικά σχήματα παραγωγών, εφαρμογή δομημένων εργαλείων μάρκετινγκ και στοχευμένη επικοινωνία με τον καταναλωτή, συμβάλλοντας ταυτόχρονα στη βιωσιμότητα, την τοπική ανάπτυξη και τη διατήρηση της πολιτισμικής κληρονομιάς.The present thesis examines the commercial valorization of indigenous livestock breeds, with particular emphasis on the Greek Short-Horn cattle breed, aiming at the development of niche and premium agri-food products through marketing strategies, territorial marketing, and place branding. Initially, the theoretical framework is presented, focusing on the concepts of niche markets, premium products, authenticity, and sustainability, as well as the corresponding consumer behaviors. The role of niche markets in enhancing the competitiveness of small producers through differentiation and the utilization of local characteristics is highlighted. Subsequently, key strategic marketing tools (SWOT analysis, PESTEL analysis, the STP model, and the extended marketing mix) are analyzed, along with their application in the Greek and European agri-food sector, with particular emphasis on cooperation among producers. International and Greek literature indicates that differentiation, authenticity, quality, and sustainability are directly associated with purchase intention and consumers’ willingness to pay a premium price. The genetic identity of indigenous breeds functions as an indicator of authenticity and contributes to environmental and economic sustainability through extensive natural resource management systems. Territorial marketing and place branding capitalize on the distinctive characteristics of the breed and its place of origin, strengthening product recognition and identity. The research adopts a case study methodology, complemented by an exploratory consumer survey conducted through a questionnaire, aiming to capture attitudes and perceptions rather than to achieve statistical generalization. Consumer behavior is analyzed based on the Theory of Planned Behavior, the Value–Belief–Norm Theory, and the trust–price–purchase intention conceptual framework. In conclusion, the successful commercial exploitation of products derived from the Greek Short-Horn cattle breed requires strategic differentiation, authenticity, producer collaboration schemes, structured marketing tools, and targeted consumer communication, contributing to sustainability, local development, and the preservation of cultural heritage.17

    Ο ρόλος των συστημάτων συμπεριφορικής αναστολής/ενεργοποίησης και της χρονικής προοπτικής στην κατάθλιψη και την ποιότητα ζωής. Η περίπτωση των γονέων παιδιών με διαταραχές αυτιστικού φάσματος

    No full text
    Σκοπός της παρούσας μελέτης είναι η διερεύνηση της επίδρασης που ασκεί η ύπαρξη παιδιού με ΔΑΦ στα επίπεδα κατάθλιψης και ποιότητας ζωής των γονέων, καθώς και η διερεύνηση του ρόλου ορισμένων μεταβλητών προσωπικότητας των γονέων (επίπεδα χρονικής προοπτικής και λειτουργίας των συστημάτων BIS/BAS) στην ισχύ της συγκεκριμένης επίδρασης. Ειδικότερους στόχους αποτέλεσαν: α) η σύγκριση των προαναφερόμενων χαρακτηριστικών προσωπικότητας των συμμετεχόντων της ομάδας των γονέων παιδιών με ΔΑΦ με μία ομάδα γονέων παιδιών τυπικής ανάπτυξης (ΤΑ) ταυτισμένων ως προς το φύλο και την ηλικία, β) η σύγκριση των δύο ομάδων γονέων ως προς τα επίπεδα κατάθλιψης και ποιότητας ζωής, γ) η διερεύνηση της επίδρασης δημογραφικών παραγόντων στις υπό μελέτη μεταβλητές (επίπεδα χρονικής προοπτικής, επίπεδα λειτουργίας των συστημάτων BIS/BAS, επίπεδα γονεϊκής κατάθλιψης και ποιότητας ζωής), δ) η διερεύνηση της σχέσης της σοβαρότητας της αυτιστικής συμπτωματολογίας του παιδιού με ΔΑΦ με τις υπό μελέτη μεταβλητές στο δείγμα των γονέων παιδιών με ΔΑΦ, ε) η διερεύνηση του ρόλου της κατάθλιψης ως διαμεσολαβητικού παράγοντα στη σχέση μεταξύ ύπαρξης παιδιού με ΔΑΦ και της ποιότητας ζωής και στ) η διερεύνηση του ρόλου των προαναφερόμενων μεταβλητών προσωπικότητας (επίπεδα χρονικής προοπτικής και λειτουργίας των συστημάτων BIS/BAS) ως ρυθμιστικών παραγόντων στη σχέση μεταξύ της ύπαρξης παιδιού με ΔΑΦ, της κατάθλιψης και της ποιότητας ζωής των γονέων. Η επιλογή του δείγματος πραγματοποιήθηκε με τη μέθοδο της συμπτωματικής δειγματοληψίας, καθώς οι υπό διερεύνηση γονείς έπρεπε να πληρούν συγκεκριμένα ατομικά και οικογενειακά χαρακτηριστικά, ενώ στις δύο ομάδες δείγματος συμμετείχαν 188 γονείς παιδιών με ΔΑΦ και 238 γονείς παιδιών ΤΑ (ομάδα σύγκρισης). Στις δύο ομάδες συμμετεχόντων γονέων χορηγήθηκαν σταθμισμένα ερωτηματολόγια αυτοαναφοράς σε σχέση με τις υπό εξέταση μεταβλητές, ενώ στην ομάδα των γονέων παιδιών με ΔΑΦ χορηγήθηκε ένα επιπρόσθετο ερωτηματολόγιο για την αξιολόγηση της σοβαρότητας της αυτιστικής συμπτωματολογίας των παιδιών με ΔΑΦ. Τα ευρήματα αποδεικνύουν διαφορές μεταξύ των δύο ομάδων τόσο ως προς τα επίπεδα γονεϊκής κατάθλιψης και ποιότητας ζωής, όσο και ως προς τις επιμέρους διαστάσεις χρονικής προοπτικής και τη λειτουργία του συστήματος BAS των γονέων. Συγκεκριμένα, η ομάδα των γονέων παιδιών με ΔΑΦ, σε σύγκριση με τους γονείς παιδιών ΤΑ, παρουσιάζει σε επίπεδο στατιστικής σημαντικότητας υψηλότερα συμπτώματα κατάθλιψης, χαμηλότερα επίπεδα και στις τέσσερις διαστάσεις που συνθέτουν την ποιότητας ζωής, χαμηλότερη ευαισθησία στο σύστημα ανταμοιβής BAS, χαμηλότερα επίπεδα χρονικής προοπτικής στη διάσταση του θετικού παρελθόντος και υψηλότερα επίπεδα στις διαστάσεις του αρνητικού παρελθόντος, του μοιρολατρικού παρόντος και του αρνητικού μέλλοντος. Τα ευρήματα σε σχέση με τη συσχέτιση της σοβαρότητας της αυτιστικής συμπτωματολογίας των παιδιών με ΔΑΦ αποδεικνύουν ότι συνδέεται με αυξημένα επίπεδα γονεϊκής καταθλιπτικής συμπτωματολογίας, χαμηλότερη ποιότητα ζωής και υψηλότερη εστίαση στις διαστάσεις χρονικής προοπτικής του μοιρολατρικού παρόντος και του αρνητικού μέλλοντος. Όσον αφορά την επίδραση δημογραφικών παραγόντων (φύλο, οικογενειακή κατάσταση, επίπεδο εκπαίδευσης, οικονομική κατάσταση, φύλο του παιδιού με ΔΑΦ, ηλικία γονέα και ηλικία του παιδιού με ΔΑΦ), διαπιστώθηκε επίσης να επιδρούν σημαντικά σε διάφορες παραμέτρους των υπό μελέτη μεταβλητών. Επιπρόσθετα, από την ανάλυση διαμεσολάβησης προέκυψε ότι τα γονεϊκά καταθλιπτικά συμπτώματα λειτουργούν ως διαμεσολαβητικός παράγοντας στη σχέση μεταξύ της ομάδας γονέων και της ποιότητα ζωής. Η ανάλυση ρύθμισης απέδειξε ότι τα επίπεδα λειτουργίας του συστήματος BAS των γονέων και η διάσταση χρονικής προοπτικής του αρνητικού μέλλοντος λειτουργούν ως ρυθμιστικοί παράγοντες στη σχέση μεταξύ της ομάδας γονέων και των επιπέδων γονεϊκής κατάθλιψης, υποδεικνύοντας ότι οι γονείς παιδιών με ΔΑΦ που παρουσιάζουν χαμηλότερα επίπεδα στο BAS και υψηλότερο προσανατολισμό στο αρνητικό μέλλον παρουσιάζουν υψηλότερη οξύτητα καταθλιπτικών συμπτωμάτων. Τέλος, από τον έλεγχο μετριασμένης διαμεσολάβησης αποδείχτηκε ότι οι προαναφερόμενοι ρυθμιστικοί παράγοντες λειτουργούν επίσης ρυθμιστικά στη σχέση μεταξύ της ομάδας γονέων και της γονεϊκής ποιότητας ζωής διαμέσου της γονεϊκής κατάθλιψης, έτσι ώστε οι γονείς παιδιών με ΔΑΦ με χαμηλότερα επίπεδα στο BAS και υψηλότερο προσανατολισμό στο αρνητικό μέλλον να παρουσιάζουν πιο έντονα καταθλιπτικά συμπτώματα και κατ’ επέκταση πιο επιβαρυμένα επίπεδα ποιότητας ζωής. Συνολικά, τα παρόντα αποτελέσματα επεκτείνουν προηγούμενες αναφορές σχετικά με τις δυσμενείς επιπτώσεις της ύπαρξης μέλους με ΔΑΦ στην ψυχολογική ευημερία των γονέων, ενώ παράλληλα αναδεικνύουν τον ρόλο των διερευνούμενων γονεϊκών χαρακτηριστικών προσωπικότητας στον μετριασμό της επίδρασης που βιώνουν οι γονείς. Παρόλο που η συγχρονική φύση της μελέτης δεν επιτρέπει την επιβεβαίωση αιτιωδών σχέσεων μεταξύ της κατάθλιψης, της ποιότητας ζωής, των ψυχολογικών χαρακτηριστικών και των εξεταζόμενων δημογραφικών παραγόντων, τα προαναφερόμενα ευρήματα αποτελούν σημαντικά και χρήσιμα δεδομένα που μπορούν να αξιοποιηθούν από ειδικούς επαγγελματίες στο πλαίσιο υποστήριξης των οικογενειών ατόμων με ΔΑΦ για τον σχεδιασμό και την εφαρμογή καινοτόμων προγραμμάτων παρέμβασης με σκοπό την προαγωγή και πρόληψη εμφάνισης προβλημάτων ψυχικής υγείας των γονέων, αλλά και τη συνολική ευημερία ολόκληρου του οικογενειακού συστήματος.The aim of this study is to investigate the impact of having a child with Autism Spectrum Disorder (ASD) on parental depressive symptoms and quality of life, as well as to examine how certain parental personality traits (parental time perspective and BIS/BAS systems’ activity) influence this effect. The objectives of this study include: a) the comparison of the aforementioned personality traits in a group of parents of children with ASD with those of a group of parents of typically developing (TD) children matched for gender and age, b) the comparison of depressive symptoms levels and quality of life of the two groups of parents c) the investigation of the influence of demographic factors on the variables under study (time perspective levels, BIS/BAS systems’ activity, parental depression levels, and quality of life), d) the investigation of the relationship between the ASD offspring’s autism symptom severity and the examined variables in the group of parents of children with ASD, e) the investigation of the mediating role of parental depression in the relationship between having a child with ASD and quality of life and f) the investigation of the moderating role of the aforementioned parental personality traits (time perspective and BIS/BAS systems’ activity) on the relationship between having a child with ASD, parental depressive symptoms and quality of life.The samples were selected using symptomatic sampling method, as participation required parents to meet specific individual and family eligibility criteria. The two groups consisted of 188 parents of children with ASD and 238 parents of TD children. Both groups completed structured self-report questionnaires regarding the variables under investigation, while parents in the observation group completed an additional questionnaire assessing the autism symptom severity of their ASD offspring.Research findings indicate differences between the two groups in terms of parental depression and quality of life, as well as in time perspective dimensions and BAS activity levels. Specifically, parents of children with ASD, compared to parents of TD children, exhibited significantly higher levels of depressive symptoms, lower levels in all four dimensions of quality of life, lower sensitivity to the BAS reward system, lower levels in past positive time orientation and higher levels in past negative, present fatalistic and future negative time orientation. Regarding the relationship between the ASD offsprings’ symptom severity and the variables under investigation, results show that more severe autistic symptomatology is associated with increased parental depressive symptoms, lower quality of life, and a stronger temporal orientation in present fatalistic and future negative perspective. Moreover, demographic factors (gender, marital status, educational level, financial status, child's gender and age, and parent's age) were also found to significantly influence various factors of the studied variables.Furthermore, mediation analysis revealed that parental depressive symptoms constitute a mediator in the relationship between having an ASD offspring and parental quality of life. Moderation analysis showed that BAS activity and future negative time orientation operate as moderating factors in the relationship between parental group and parental depression levels. This finding suggests that having an ASD offspring is linked with higher parental depressive symptoms for those parents who exhibit lower levels of behavioral activation and higher future negative orientation. Finally, moderated mediation analysis demonstrated that these moderator variables also moderate the relationship between parental group and quality of life via the mediating role of parental depression. Precisely, parents with lower BAS and higher future negative levels experience a more pronounced impact of having a child with ASD, exhibiting higher depression levels and lower quality of life.Overall, these findings extend previous research reports on the adverse impact of having a child with ASD on parental mental health while highlighting the role of parental personality traits in moderating the strength of this effect. Although the cross-sectional nature of this study does not allow for causal conclusions between depression, quality of life, psychological characteristics and demographic factors, the above-mentioned results provide valuable insights that can be used by specialized professionals in designing and implementing innovative intervention programs supporting families of children with ASD, aimed at the promotion and prevention of parental mental health problems and the overall well-being of the whole family system.545 σ

    Συνδεσιμότητα των τιμών του ελαιόλαδου στις βασικές αγορές της Ε.Ε.

    Get PDF
    Οι τιμές των αγροτικών προϊόντων είναι ζωτικής σημασίας τόσο για τους παραγωγούς όσο και για τους καταναλωτές. Για τους παραγωγούς, οι τιμές καθορίζουν την κερδοφορία τους και την επιβίωσή τους στην αγορά, ενώ για τους καταναλωτές καθορίζουν την πρόσβασή τους σε βασικά τρόφιμα και την αγοραστική τους δύναμη. Στο πλαίσιο αυτό, το ελαιόλαδο ξεχωρίζει ως προϊόν ιδιαίτερης οικονομικής και διατροφικής σημασίας, καθώς αποτελεί βασικό στοιχείο της διατροφής και ταυτόχρονα σημαντική πηγή εισοδήματος για τις ελαιοπαραγωγικές περιοχές. Η σημαντική μεταβλητότητα των τιμών του, ως απόρροια των κλιματικών συνθηκών, του κόστους παραγωγής και της διεθνούς ζήτησης, καθιστά αναγκαία τη συστηματική τους παρακολούθηση. Στην παρούσα εργασία, εξετάζουμε τη συνδεσιμότητα των τιμών του παρθένου και εξαιρετικού παρθένου ελαιόλαδου μεταξύ των αγορών της Ισπανίας, της Ιταλίας και της Ελλάδας, χώρες που δεσπόζουν στην παραγωγή, κατανάλωση και εξαγωγή του προϊόντος, χρησιμοποιώντας τη δυναμική προσέγγιση TVP-VAR Connectedness των Diebold & Yilmaz (2012, 2014) σε εβδομαδιαία δεδομένα τιμών, για τη χρονική περίοδο 2010-2025. Τα εμπειρικά αποτελέσματα καταδεικνύουν μέτρια προς υψηλή αλληλεξάρτηση μεταξύ των αγορών της Ισπανίας, της Ιταλίας και της Ελλάδας. Η ισπανική αγορά λειτουργεί ως καθαρός μεταδότης επιρροών, η ελληνική ως καθαρός δέκτης, ενώ η ιταλική φαίνεται να υιοθετεί έναν περισσότερο ουδέτερο ρόλο στο σύστημα. Εντός των χωρών, παρατηρούνται ισχυρές σχέσεις μεταξύ των ποιοτικών κατηγοριών, οι οποίες υπερβαίνουν σε ένταση τις περισσότερες διακρατικές διασυνδέσεις. Η μετάδοση μεταξύ παρθένου και εξαιρετικού παρθένου ελαιόλαδου είναι κυρίως αμφίδρομη, με την ποιοτική κατηγορία του παρθένου ελαιόλαδου να λειτουργεί ως κύριος μεταδότης μεταβλητότητας. Το μοτίβο αυτό είναι εντονότερο στην Ισπανία και την Ιταλία και ασθενέστερο στην Ελλάδα. Διαχρονικά, η αλληλεξάρτηση αυτή δεν είναι σταθερή, αλλά εξαρτάται από το ευρύτερο οικονομικό περιβάλλον και τις συνθήκες αβεβαιότητας, όπου ορισμένες κρίσεις ενισχύουν τη διασύνδεση των αγορών και επιταχύνουν τη διάχυση των τιμολογιακών σοκ (πόλεμος Ρωσίας - Ουκρανίας), ενώ άλλες οδηγούν σε μείωση της συνολικής συνδεσιμότητας (πανδημία COVID-19). Παρά τις μεμονωμένες περιπτώσεις ασύμμετρης μετάδοσης, η αγορά ελαιόλαδου χαρακτηρίζεται κυρίως από συμμετρικές αλληλεπιδράσεις, υποδηλώνοντας ότι τα σοκ των τιμών διαχέονται αμφίδρομα και με παρόμοια ένταση στην πλειονότητα των περιπτώσεων. Δεδομένων των ουσιαστικών διασυνδέσεων και της μεταβλητότητας των αγορών, η λήψη μέτρων πολιτικής για την ενίσχυση της διαφάνειας και της διαχείρισης του κινδύνου κρίνεται επιτακτική για τη σταθεροποίηση της ευρωπαϊκής αλυσίδας αξίας του ελαιόλαδου και τη διατήρηση της ευημερίας σε ευρύτερο επίπεδο.Agricultural product prices are of vital importance to both producers and consumers. For producers, prices determine their profitability and survival in the market, while for consumers; they determine their access to basic foodstuffs and their purchasing power. In this context, olive oil stands out as a product of particular economic and nutritional importance, as it is a staple of the diet and, at the same time, an important source of income for olive oil-producing regions. The significant volatility of its prices, as a result of climatic conditions, production costs and international demand, makes it necessary to monitor them systematically. In this paper, we examine the connectivity of virgin and extra virgin olive oil prices between the markets of Spain, Italy and Greece, countries that dominate the production, consumption and export of the product, incorporating the dynamic TVP-VAR Connectedness approach of Diebold & Yilmaz (2012, 2014) on weekly price data, for the period 2010-2025. The empirical results demonstrate moderate to high interdependence between the markets of Spain, Italy and Greece. The Spanish market acts as a pure transmitter of influences, the Greek as a pure receiver, while the Italian market seems to adopt a more neutral role in the system. Within countries, strong relationships between quality categories are observed, which exceed in intensity most transnational interconnections. The transmission between virgin and extra virgin olive oil is mainly bidirectional, with the quality category of virgin olive oil acting as the main transmitter of variability. This pattern appears stronger in Spain and Italy and weaker in Greece. Over time, this interdependence is not constant, but depends on the broader economic environment and conditions of uncertainty, where some crises strengthen market interconnection and accelerate the diffusion of price shocks (Russia-Ukraine war), while others lead to a decrease in overall connectivity (COVID-19 pandemic). Despite isolated cases of asymmetric transmission, the olive oil market is mainly characterized by symmetric interactions, suggesting that price shocks are transmitted bidirectionally and with similar intensity in the majority of cases. Given the substantial interconnections and volatility of the markets, policy measures to enhance transparency and risk management are considered imperative to stabilize the European olive oil value chain and maintain prosperity at a broader level.8

    Post – Agrarian Architecture: Zagori 2100

    No full text
    Το τοπίο του Ζαγορίου αποτελεί ένα ιστορικά διαμορφωμένο παραγωγικό σύστημα, όπου γεωργία, κτηνοτροφία και ορεινά οικοσυστήματα λειτουργούσαν αλληλεξαρτώμενα, συγκροτώντας μια ισορροπία μεταξύ ανθρώπου και φύσης. Η σταδιακή αποδυνάμωση του πρωτογενούς τομέα τις τελευταίες δεκαετίες οδήγησε σε αποσύνδεση της παραγωγής από τον τόπο και σε μετάβαση του αγροτικού τοπίου σε μια νέα, ασταθή συνθήκη. Η διπλωματική εργασία προσεγγίζει το Ζαγόρι ως ένα μετα-αγροτικό τοπίο, όπου η παραγωγή επαναπροσδιορίζεται μέσα από τη συνύπαρξη οικολογικών διεργασιών, τοπικής γνώσης και σύγχρονων τεχνολογιών. Η έρευνα εστιάζει σε τρεις κάμπους, αντιμετωπίζοντάς τους ως πεδία σχεδιασμού για την επανενεργοποίηση της γεωργίας και της κτηνοτροφίας υπό νέους όρους. Η πρόταση διαμορφώνει ένα υβριδικό σύστημα αγροτικών υποδομών και αγροτεχνολογικών μηχανισμών, προσαρμοσμένων στις τοπικές περιβαλλοντικές συνθήκες. Μέσα από αυτή τη μετα-αγροτική αρχιτεκτονική προσέγγιση, το αγροτικό τοπίο επανανοηματοδοτείται ως ένα δυναμικό σύστημα βιωσιμότητας, παραγωγής και χωρικής ανασυγκρότησης.The landscape of Zagori constitutes a historically shaped productive system in which agriculture, livestock farming, and mountain ecosystems functioned as interdependent elements, forming a balanced relationship between human activity and natural processes. In recent decades, however, the gradual decline of the primary sector has led to the disconnection of production from place, leaving the rural landscape in a transitional state. This thesis approaches Zagori as a post-agrarian landscape, where production is redefined through the coexistence of ecological processes, local knowledge, and contemporary technologies. The research focuses on three plains, treating them as interconnected fields of design experimentation aimed at reactivating agricultural and pastoral practices under new conditions. The proposal develops a hybrid system of rural infrastructures and agrotechnological mechanisms adapted to local environmental conditions. Through this post-agrarian architectural approach, the rural landscape is reinterpreted as a dynamic system of sustainability, production, and spatial regeneration.68 σ

    5,138

    full texts

    56,844

    metadata records
    Updated in last 30 days.
    Repository of UOI "Olympias" (University of Ioannina) is based in Greece
    Access Repository Dashboard
    Do you manage Open Research Online? Become a CORE Member to access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard! 👇