Hellenic National Archive of Doctoral Dissertations

    Innovative motivation systems targeting on the development of human resources: the case of the greek public administration restructuring

    No full text
    ‘Work motivation’ refers to the aspects that induce people to enter work, to remain in the job, and to engage in work. Each of these may differ, and work motivation accordingly represents an amalgam of such factors (Matheson, 2012). In this thesis, our analysis was based on Armstrong’s (2006) demonstration that the work organization as a whole can provide the context within which high levels of workplace motivation can be achieved by providing rewards and incentives (tangible or intangible) as well as opportunities for learning and growth. In a period of economic crisis, the increasing pressure of sparse financial resources and the structural reforms in the labor law are factors pushing and forcing managers of public organizations to do more with less (Askounis et al., 2016). Nevertheless, the impact of the austerity measures and budgetary constraints on workplace behavior and employee performance in public administration has not been a subject of rigorous empirical scrutiny. In Greece, the severity of the economic crisis, forced public sector organizations to realize the significance of employee motivation as a mean of adapting to ongoing changes more effectively (Mitsakis, 2017). Thus, the design of an effective motivational plan in the public sector, including both financial and non-financial rewards, appears more crucial than ever before. The employee-level perspective of this thesis responds to the call for additional research concerning factors that affect employees’ motivation, which is currently lacking in the public sector literature. In this thesis, it is argued that in order to gain a comprehensive understanding of employees’ motivation in the public sector, it would be essential to adopt the total reward strategy perspective (Lyons and Ben-Ora, 2002). A total reward strategy acknowledges the value of both extrinsic and intrinsic motivation. Regarding extrinsic motivation, the current thesis contributes new empirical evidence on alternative, non-financial antecedents and performance outcomes of public sector workers motivation. Hence, this thesis explores non-monetary predictors of employees’ satisfaction with compensation. Considering the debt crisis, since wage rates are kept low, we shift the attention from the actual pay levels as a predictor of pay satisfaction and work performance and address the importance of alternative intangible motivational predictors i.e., pay fairness in terms of ‘the comparison between what people believe they deserve to be paid and what others deserve to be paid’ (Jackson and Schuler, 2000). We adopt the psychological contract as a theoretical framework and provide a deeper explanation of how work performance (i.e., work effort and work quality) is affected by both employees’ perceptions of organizational justice (i.e., distributive and procedural justice) and employees’ level of satisfaction with pay. The responses received from a sample of employees working for public organizations in Greece indicated that work performance is significantly and positively related not only to employees’ satisfaction with pay, but also to employees’ perceptions of distributive and procedural justice. In the context of the austerity measures, the findings of this survey provide human resource managers with significant guidelines on how to enhance motivation and work performance of their employees.With regard to intrinsic motivation, since employee training and development is a key component of individual and organizational growth, this thesis initially explored the antecedents and outcomes of employees’ perceptions of the organization’s investments to their development (PIED). However, prior surveys, conducted both in the private and the public sector, neglected to explore the employee-level reactions to the efforts made by both the organizations and their supervisors to enhance employees’ intrinsic motivation and well-being. Thus, we conceptualize supportive conditions (both organizational and managerial) as job resources and evaluate the effects of employees’ social supportive perceptions on their perceived developmental opportunities. Findings indicate that employees’ perception of organizational support (POS) is a stronger predictor of PIED, compared to employees’ perception of supervisor support (PSS). This finding provides support for the role of supervisors as agents who represent or personify the organization. Furthermore, consistent with the job demands-resources model (JD-R model) and the social exchange theory, we indicated that public employees within a workplace that provides substantial training and developmental incentives, are more likely to report greater levels of organizational commitment and organizational citizenship behavior (OCB). PIED was found to act as an important mediator between the relationships of POS and employees’ outcomes and PSS and employees’ outcomes. Furthermore, given the importance of training and development in the workplace, this thesis seeks to understand the mechanisms that drive employees’ motivation to learn and develop in a context of budgetary constraints and austerity measures. Our empirical evidence indicates that the positive effects of supervisor support on employees’ motivation to participate in development activities are likely to become less influential when employees concomitantly perceive that their work organization constitutes an unsupportive environment. Moreover, consistent with the social exchange theory, and since reciprocal exchanges between supervisors and subordinates are built on commitment, it is found that affective and normative commitment mediate the positive relationship between employees’ perceptions of supportive policies and motivation to learn and develop. The findings of this thesis posit that in contexts of economic crisis and limited financial resources, the need of non-financial incentives is intensified. Since organizations face challenges in providing competitive compensation, benefits and training programs, it is evident that the focus should lie on the concepts of fairness, justice and employees’ social supportive perceptions as effective alternatives to high-cost financial rewards.Η παρακίνηση στον εργασιακό χώρο αναφέρεται στα στοιχεία εκείνα που υποκινούν τους εργαζόμενους να εισέλθουν στην εργασία, να συμμετέχουν ενεργά σ’ αυτήν, καθώς και να παραμείνουν αποτελεσματικοί και αποδοτικοί στον επαγγελματικό τους χώρο. Η παρακίνηση, ως μέσo ενεργοποίησης της ανθρώπινης συμπεριφοράς, διαμορφώνεται υπό το πρίσμα διαφορετικών παραγόντων (Matheson, 2012). Η παρούσα διατριβή αναπτύσσεται στη θεωρητική θέση του Armstrong (2006), ότι ο εργασιακός οργανισμός μπορεί να επιτύχει υψηλά επίπεδα παρακίνησης των εργαζομένων παρέχοντας ανταμοιβές και κίνητρα (οικονομικά ή μη) καθώς και πρόσβαση σε ευκαιρίες για εκπαίδευση και επαγγελματική ανάπτυξη του ανθρώπινου δυναμικού της. Στη διάρκεια της οικονομικής κρίσης, οι δυσμενείς οικονομικές και κοινωνικές συνθήκες που αναπτύχθηκαν ως αποτέλεσμα  των δημοσιονομικών και των διαρθρωτικών εργασιακών αλλαγών, επιβάλλουν στα ανώτατα στελέχη του Δημόσιου Τομέα να λειτουργήσουν σε ένα ιδιαίτερα απαιτητικό περιβάλλον το οποίο χαρακτηρίζεται από τη δυναμική επίτευξης υψηλών στόχων, διαθέτοντας όμως περιορισμένα οικονομικά μέσα. Εντούτοις, η επίδραση των συνεχιζόμενων μέτρων λιτότητας τόσο στην συμπεριφορά όσο και στην αποδοτικότητα των εργαζομένων στο δημόσιο τομέα, δεν έχει ακόμη μελετηθεί εκτενώς. Στην Ελλάδα, η ένταση της οικονομικής δυσπραγίας ανάγκασε τη Δημόσια Διοίκηση να αντιληφθεί τη σπουδαιότητα της παρακίνησης των εργαζομένων ως μέσο αποτελεσματικής προσαρμογής στις αλλαγές που προκλήθηκαν (Mitsakis, 2017). Επομένως, ο σχεδιασμός και η εφαρμογή ενός πλάνου παρακίνησης στο Δημόσιο Τομέα που θα περιλαμβάνει τόσο οικονομικές όσο και μη οικονομικές ανταμοιβές καθίσταται πιο αναγκαίος από ποτέ. Η παρούσα διατριβή έχοντας στο επίκεντρό της τον εργαζόμενο, υπό το πλαίσιο της οικονομικής κρίσης, επιδιώκει να καλύψει το κενό που υπάρχει στη βιβλιογραφία σχετικά με τους παράγοντες που επηρεάζουν την παρακίνηση των εργαζομένων στη Δημόσια Διοίκηση. Συγκεκριμένα, προκειμένου να διερευνήσουμε τις αντιλήψεις των εργαζομένων του Δημόσιου Τομέα υιοθετούμε την προσέγγιση του ολοκληρωμένου συστήματος αμοιβών (total reward system) το οποίο αναγνωρίζει τη συμβολή τόσο της εξωτερικής (extrinsic) όσο και της εσωτερικής παρακίνησης (intrinsic motivation). Όσον αφορά την εξωτερική (ή εξωγενή) παρακίνηση, η παρούσα μελέτη παρέχει νέα εμπειρικά δεδομένα για εναλλακτικούς, μη οικονομικούς παράγοντες που εν τούτοις επηρεάζουν την ικανοποίηση των εργαζομένων με το επίπεδο των αμοιβών τους στο Δημόσιο Τομέα. Λαμβάνοντας υπόψη ότι οι αλλεπάλληλες μειώσεις των αποδοχών των δημοσίων υπαλλήλων, ως αποτέλεσμα της εφαρμογής του ενιαίου μισθολογίου, της κατάργησης των επιδομάτων-δώρων και το «πάγωμα» των μισθολογικών αυξήσεων, αντικατοπτρίζει το πρόβλημα των περιορισμένων οικονομικών πόρων και συνεπώς της έλλειψης των οικονομικών κινήτρων, στρέφουμε την προσοχή μας σε μη οικονομικούς παράγοντες που μπορούν να επηρεάσουν τόσο την παρακίνηση όσο και την αποδοτικότητα των εργαζομένων. Συγκεκριμένα, επικεντρωνόμαστε στην έννοια  της δίκαιης αμοιβής που συνιστά «τη σύγκριση μεταξύ της αξίας που πιστεύουν οι εργαζόμενοι ότι πρέπει να πληρωθούν και της αξίας που άλλοι εργαζόμενοι πρέπει να λάβουν». Υιοθετώντας τη θεωρία του ψυχολογικού συμβολαίου, η παρούσα διατριβή παρέχει μία πληρέστερη κατανόηση του βαθμού επηρεασμού της αποδοτικότητας των εργαζομένων από το επίπεδο της ικανοποίησής τους με τις χρηματικές αμοιβές, όπως όμως αυτό καθορίζεται από τις αντιλήψεις τους για την ύπαρξη οργανωσιακής δικαιοσύνης (organizational justice). Για τον σκοπό αυτό διενεργήθηκε έρευνα πεδίου σε εργαζόμενους στο Δημόσιο Τομέα και µε τη χρήση ερωτηματολογίου συγκεντρώθηκαν δεδομένα από δημοσίους υπαλλήλους στην Ελλάδα. Τα αποτελέσματα της έρευνας υποδεικνύουν μία στατιστικά σημαντική θετική σχέση της αποδοτικότητας των εργαζομένων όχι μόνο με το επίπεδο ικανοποίησης αυτών με τις αμοιβές, αλλά και με τις αντιλήψεις των εργαζομένων σχετικά με την ύπαρξη υψηλής διανεμητικής (distributive) και διαδικαστικής δικαιοσύνης (procedural justice). Υπό συνθήκες λιτότητας και περιορισμένων διαθέσιμων πόρων, τα αποτελέσματα της παρούσας έρευνας παρέχουν στα στελέχη της Διεύθυνσης Ανθρώπινου Δυναμικού της Δημόσιας Διοίκησης σημαντικές κατευθύνσεις για την ανάπτυξη τόσο της παρακίνησης όσο και της αποδοτικότητας των απασχολουμένων, μέσω εναλλακτικών, μη οικονομικών παραγόντων παρακίνησης. Αναφορικά με την εσωτερική (ή ενδογενή) παρακίνηση και λαμβάνοντας υπ’ όψη ότι η εκπαίδευση και η ανάπτυξη των εργαζομένων αποτελεί θεμέλιο λίθο τόσο για την προσωπική τους εξέλιξη όσο και την εξέλιξη ενός οργανισμού, η παρούσα διατριβή διερευνά τους παράγοντες που ενισχύουν τις αντιλήψεις των εργαζομένων σχετικά με το βαθμό επένδυσης του οργανισμού σε παροχές δράσεων ανάπτυξης και εξέλιξης του ανθρώπινου δυναμικού (perceived investment in employee development - PIED). Στη συγκεκριμένη έρευνα θεωρούμε ότι η υποστήριξη που αντιλαμβάνονται ότι δέχονται οι εργαζόμενοι τόσο σε επίπεδο οργανισμού (perceived organizational support - POS) όσο και σε επίπεδο προϊσταμένου (perceived supervisor support - PSS) αποτελούν σημαντικούς διαθέσιμους εργασιακούς πόρους (job resources). Με βάση αυτή τη θεώρηση αξιολογούμε την επίδραση αυτών των δύο αντιλήψεων κοινωνικής υποστήριξης (POS, PSS) στον καθορισμό των αντιλήψεων που έχουν οι εργαζόμενοι ως προς την παροχή δράσεων ανάπτυξης του ανθρώπινου δυναμικού (PIED) από τον οργανισμό. Τα αποτελέσματα δείχνουν ότι η αντιλαμβανόμενη υποστήριξη σε επίπεδο οργανισμού (POS) αποτελεί ισχυρότερο δείκτη πρόβλεψης του PIED σε σχέση με το βαθμό υποστήριξης σε επίπεδο προϊσταμένου (PSS). Το εύρημα αυτό ενισχύει το ρόλο του προϊσταμένου ως παράγοντα του οργανισμού (organizational agent). Επιπρόσθετα, σε συμφωνία τόσο με το μοντέλο των επαγγελματικών απαιτήσεων και των εργασιακών πόρων (job demands-resources model) όσο και με τη θεωρία της κοινωνικής ανταλλαγής (social exchange theory) τα αποτελέσματα της έρευνας τονίζουν τη θετική επίδραση της μεταβλητής PIED στις στάσεις και στις συμπεριφορές των εργαζομένων και συγκεκριμένα στην οργανωσιακή δέσμευση (organizational commitment) και στην φιλότιμη εργασιακή συμπεριφορά (οrganizational citizenship behavior - OCB). Επίσης, η μεταβλητή PIED βρέθηκε ότι είναι στατιστικά σημαντικός  μεσολαβητής στις σχέσεις μεταξύ της κοινωνικής υποστήριξης (POS και PSS) και των συμπεριφορικών επιδράσεων στους εργαζόμενους (organizational commitment, OCB). Επιπλέον, λαμβάνοντας υπ’ όψη τη σημασία της εκπαίδευσης και της ανάπτυξης, η παρούσα διατριβή διερεύνησε τους παράγοντες που ενισχύουν την παρακίνηση των εργαζομένων να συμμετάσχουν σε προγράμματα κατάρτισης και ανάπτυξης (motivation to learn and develop - MLD). Τα εμπειρικά δεδομένα καταδεικνύουν ότι αναπτύσσονται θετικές σχέσεις μεταξύ των αντιλήψεων των εργαζομένων αναφορικά με την ύπαρξη κοινωνικής υποστήριξης (POS, PSS) και την επιθυμία τους να λάβουν μέρος σε προγράμματα εκπαίδευσης και ανάπτυξης (MLD). Περαιτέρω όμως διαφαίνεται ότι η θετική επίδραση της υποστήριξης του προϊσταμένου (PSS) στη μεταβλητή MLD είναι πιθανόν να μειωθεί όταν οι εργαζόμενοι ταυτόχρονα θεωρούν ότι ο οργανισμός που απασχολούνται αποτελεί ένα μη υποστηρικτικό περιβάλλον (POS). Τέλος, σύμφωνα με τη θεωρία της κοινωνικής ανταλλαγής και δεδομένου ότι οι αμοιβαίες ανταλλαγές μεταξύ του εργαζομένου και του προϊσταμένου βασίζονται στην οργανωσιακή δέσμευση, τα αποτελέσματα της έρευνας φανερώνουν ότι η οργανωσιακή δέσμευση (τόσο η συναισθηματική όσο και η κανονιστική δέσμευση) αποτελεί μεσολαβητική μεταβλητή στις ανωτέρω θετικές σχέσεις μεταξύ των μεταβλητών POS, PSS και MLD

    THE ADHERANCE OF ESCHERICHIA COLI IN EPITHELIAL CELLS OF URINARY TRACT IN DIABETICS AND HEALTHY WOMEN

    No full text
    THIS IN VITRO STUDY WAS SCHEDULED IN ORDER TO CLARIFY THE ROLE OF ADHERANCE ABILITY OF A SPECIFIC E. COLI STRAIN ON THE UROEPITHELIAL CELLS OF DIABETES MELLITUS TYPE I AND II IN COMPARISON TO A CONTROL GROUP OF 25 HEALTHY WOMEN. THE CLASSICAL METHOD AS DEVELOPED BY SWANBORG-EDEN (INFECTION AND IMMUNITY, 1977, P.767-774) WAS APPLIED. STATISTICAL ANALYSIS OF THE RESULTS WAS PERFORMED BY DISCRIMINAL ANALYSIS AND BY THE METHOD OF MULTIPLE LINEAR REGRESSION. THE REPORTED INCREASED ADHERANCE OF E. COLI, ON THE UROEPITHELIAL CELLS IN THE PRESENCE OF GLYCOSURIA CONSTITUTES AN IMPORTANT INDICATION THAT THE APPROPRIATE CONTROL OF DIABETES MELLITUS MAY WELL AFFECT THE DEGREE OF GLYCOSURIA AND CONSEQUENTLY THE INCIDENCE OF URINARY TRACT INFECTION IN DIABETES.ΜΕΛΕΤΗΘΗΚΕ Η ΠΡΟΣΚΟΛΛΗΤΙΚΟΤΗΤΑ ΤΗΣ E. COLI ΣΤΑ ΟΥΡΟΕΠΙΘΗΛΙΑΚΑ ΚΥΤΤΑΡΑ ΔΙΑΒΗΤΙΚΩΝ ΓΥΝΑΙΚΩΝ ΣΥΓΚΡΙΤΙΚΑ ΜΕ ΦΥΣΙΟΛΟΓΙΚΕΣ ΓΥΝΑΙΚΕΣ. ΠΑΡΑΤΗΡΗΘΗΚΕ ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΑ ΣΗΜΑΝΤΙΚΗ ΣΥΣΧΕΤΙΣΗ ΠΡΟΣΚΟΛΛΗΤΙΚΗΣ ΙΚΑΝΟΤΗΤΑΣ ΤΟΥ E. COLI ΣΤΑ ΟΥΡΟΕΠΙΘΗΛΙΑ ΔΙΑΒΗΤΙΚΩΝ ΣΕ ΣΧΕΣΗ ΠΡΟΣ ΤΟΥΣ ΥΓΙΕΙΣ ΜΑΡΤΥΡΕΣ, ΣΥΝΔΕΟΜΕΝΗ ΑΜΕΣΑ ΜΕ ΤΟ ΒΑΘΜΟ ΤΗΣ ΣΑΚΧΑΡΟΥΡΙΑΣ. Η ΣΑΚΧΑΡΟΥΡΙΑ ΦΑΙΝΕΤΑΙ ΟΤΙ ΑΠΟΤΕΛΕΙ ΣΗΜΑΝΤΙΚΟ ΠΡΟΔΙΑΘΕΣΙΚΟ ΠΑΡΑΓΟΝΤΑ ΓΙΑ ΛΟΙΜΩΞΕΙΣ ΟΥΡΟΠΟΙΗΤΙΚΟΥ ΚΑΙ Η ΡΥΘΜΙΣΗ ΤΟΥ ΣΑΚΧΑΡΩΔΟΥΣ ΔΙΑΒΗΤΟΥ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΣΥΜΒΑΛΛΕΙ ΔΡΑΣΤΙΚΑ ΣΤΗ ΜΕΙΩΣΗ ΤΩΝ ΛΟΙΜΩΞΕΩΝ ΑΥΤΩΝ. ΧΡΗΣΙΜΟΠΟΙΗΘΗΚΕ Η ΜΕΘΟΔΟΣ ΤΗΣSWANBORG EDEN (INFECTION AND IMMUNITY 1977, P. 767-774). Η ΣΤΑΤΙΣΤΙΚΗ ΑΝΑΛΥΣΗΕΓΙΝΕ ΜΕ ΤΗΝ ΜΕΘΟΔΟ "DISCRIMINANT ANALYSIS" ΚΑΙ "MULTIPLE-LINEAR REGRESSION"

    DIFFUSE INTEPSTITIAL LUNG DISEASES (DILD): EVALUATION WITH HIGH RESOLUTION COMPUTED TOMOGRAPHY (HRCT)

    No full text
    ΑIM: TO EVALUATE DIFFUSE INTERSTITIAL LUNG DISEASE BY MEANS OF HRCT. PATIENTS - METHODS: 124 PATIENTS WERE ASSESSED BY HRCT AND CONVENTIONAL CT. RESULTS: LYMPHANGITIC CARCINOMATOSIS PRESENTS SPECIFIC HRCT SIGNS. QUALIFICATION OF POLYGONAL LINES CONTRIBUTES TO DIFFERENTIATION FROM SARCOIDOSIS. THE PRESENCE OF MICRONODULES ALONG BRONCHOVASCULAR BUNDLES AND SUBPLEURAL AREAS IS THE KEY HRCT FINDING IN SARCOIDOSIS. HRCT REVEALS THE CHARACTERISTIC SIGNS OF IDIOPATHIC PULMONARY FIBROSIS AND THEIR SUBPLEURAL PREDOMINANCE, AS WELL AS THE EARLY INTEPSTITIAL INFILTRATION AND BRONCHIOLAR ABNORMALITIES IN COLLAGEN VASCULAR DISEASES. A PATTERN OF CRESCENTIC OPACITIES SURROUNDING AREAS OF GROUND GLASSDENSITIES IS POTENTIALLY SPECIFIC FOR DIAGNOSIS OF BOOP. CIRCUMFERENTIALLY DISTRIBUTED GROUNG-GLASS OPACITIES AROUND THE LUNGS ARE INDICATIVE OF CHRONIC EOSINOPHILIC PNEUMONIA. MULTIPLE CYSTS AND CAVITATED MICRONODULES ARE SPECIFIC HRCT FINDINGS FOR HISTIOCYTOSIS-X.ΣΚΟΠΟΣ: H ΔΙΕΡΕΥΝΗΣΗ ΤΩΝ ΔΙΑΧΥΤΩΝ ΔΙΑΜΕΣΩΝ ΠΝΕΥΜΟΝΟΠΑΘΕΙΩΝ ΜΕ Υ.Τ ΥΨΗΛΗΣ ΕΥΚΡΙΝΕΙΑΣ(ΥΤΥΕ). ΑΣΘΕΝΕΙΣ - ΜΕΘΟΔΟΣ: MΕΛΕΤΗΘΗΚΑΝ 124 ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΜΕ ΣΥΜΒΑΤΙΚΗ ΚΑΙ ΥΨΗΛΗΣ ΕΥΚΡΙΝΕΙΑΣ ΥΠΟΛΟΓΙΣΤΙΚΗ ΤΟΜΟΓΡΑΦΙΑ. ΑΠΟΤΕΛΕΣΜΑΤΑ: H YTYE ΑΝΑΔΕΙΚΝΥΕΙ ΠΑΘΟΓΝΩΜΙΚΟ ΠΡΟΤΥΠΟ ΣΤΗΝ ΛΕΜΦΑΓΓΕΙΑΚΗ ΚΑΡΚΙΝΩΜΑΤΩΣΗ. ΠΟΣΟΤΙΚΟΠΟΙΗΣΗ ΤΩΝ ΠΟΛΥΓΩΝΙΚΩΝ ΔΟΜΩΝ ΔΙΑΦΟΡΟΠΟΙΟΥΝ ΤΗ ΝΟΣΟ ΑΠΟ ΤΗΝ ΣΑΡΚΟΕΙΔΩΣΗ. ΟΙ ΜΙΚΡΟΟΖΟΙ ΜΕ ΠΕΡΙΒΡΟΓΧΟΑΓΓΕΙΑΚΗ ΚΑΙ ΥΠΟΥΠΕΖΩΤΙΚΟΤΙΚΗ ΚΑΤΑΝΟΜΗ ΣΥΝΙΣΤΟΥΝ ΤΟ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΟ ΠΡΟΤΥΠΟ ΤΗΣ ΣΑΡΚΟΕΙΔΩΣΗΣ. Η ΥΤΥΕ ΑΝΑΔΕΙΚΝΥΕΙ ΤΙΣ ΧΑΡΑΚΤΗΡΙΣΤΙΚΕΣ ΑΛΛΟΙΩΣΕΙΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΥΠΟΥΠΕΖΩΚΟΤΙΚΗ ΕΝΤΟΠΙΣΗ ΤΟΥΣ ΣΤΗΝ ΙΔΙΟΠΑΘΗ ΠΝΕΥΜΟΝΙΚΗ ΙΝΩΣΗ ΟΠΩΣ ΚΑΙ ΤΗΝ ΠΡΩΙΜΗΔΙΑΜΕΣΗ ΔΙΗΘΗΣΗ ΚΑΙ ΒΡΟΓΧΙΟΛΙΚΗ ΣΥΜΜΕΤΟΧΗ ΣΤΙΣ ΚΟΛΛΑΓΟΝΟΠΑΘΕΙΕΣ. ΕΝΑ ΠΡΟΤΥΠΟΚΥΚΛΙΚΩΝ ΠΥΚΝΩΣΕΩΝ ΠΟΥ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΥΝ ΠΕΡΙΟΧΕΣ ΓΑΛΑΚΤΟΧΡΟΟΥ ΥΑΛΟΥ ΘΕΩΡΕΙΤΑΙ ΕΙΔΙΚΟ ΤΗΣ ΑΠΟΦΡΑΚΤΙΚΗΣ ΒΡΟΓΧΙΟΛΙΤΙΔΟΣ ΜΕ ΟΡΓΑΝΟΥΜΕΝΗ ΠΝΕΥΜΟΝΙΑ. ΠΟΛΛΕΣ ΚΥΣΤΕΙΣ ΚΑΙ ΚΟΙΛΟΤΙΚΟΙ ΟΖΟΙ ΑΠΟΤΕΛΟΥΝ ΠΑΘΟΓΝΩΜΟΝΙΚΟ ΕΥΡΗΜΑ ΤΗΣ ΙΣΤΙΟΚΥΤΤΑΡΩΣΗΣ-Χ ΣΤΗΝ ΥΤΥΕ

    The impact of differentiated instruction on kindergarten children's achievement

    No full text
    Every child is unique. The acceptance of this essential idea means that there are various differences at the cognitive and social levels, based on the different family backgrounds, as well as on cultural factors, such as the ethnicity and the language. The bouquet of such diverse characteristics gathered by each child, comprises the increased diversity that occurs in every classroom nowadays. Since, the characteristics of children impact the way students learn, teachers are challenged to respond effectively to everyone’s learning needs. Differentiated Instruction (DI) is considered as an innovative approach for teaching and learning, as it builds upon children’s diversity, in order to maximize their learning. The main aim of DI is to lead every child on the highest level of academic success that s/he can reach.The effectiveness of differentiated approach has been indicated by several empirical studies, which focused basically on elementary, middle, high and college levels of education. These studies confirmed the increased achievement on reading, writing and mathematical skills. Nevertheless, there are some contradictory findings that do not attest to DI’ s positive impact. However, there is a significant research gap regarding DI, specifically on studies that concentrate on preschool education, while scarce empirical evidence exists regarding its effectiveness in the context of an Integrated Curriculum. As a result, the present study aims to investigate the impact of DI on kindergarten children’s achievement, while DI is applied in the context of integration of knowledge.The participants of the study were 154 kindergarten children, 80 of which participated in DI interventions (experimental group), while 74 children participated in teaching to the middle approach (control group). The interventions included three themes and were applied for over 5 months. They had the same learning goals and followed the exact same design, so as the only difference between them would be the teaching approach (DI or teaching to the middle). To reassure the interventions fidelity, a program of Professional Development was applied, in order to support teachers of experimental group to apply the DI approach. The data collection included pre- and post-tests to examine the effectiveness of DI in reaching the learning goals of the three interventions. Children’s achievement was measured by their understanding of the interventions’ concepts, through structured individual interviews. The answers from the close-ended questions were graded and then analyzed statistically, while the open answers were additionally analyzed by Content Analysis. The results confirmed the positive impact of DI in children’s achievement, greater than teaching to the middle approach. It was also found that DI was sometimes able to counterbalance the initial achievement differences among different groups. In addition, a tendency was found implying that differentiation by interests was the most effective type of adjustment. Content Analysis highlighted that the children from the experimental group gained deeper understanding and gave more complete and richer explanations. At the same time, the children from the control group tended to avoid more often to give any answer or their responses were not related to the theme.Therefore, DI’s features, such as addressing the needs of children, providing appropriate challenges, flexibility etc., contributed to create a positive learning environment in every participating classroom. This facilitated children to get actively involved in their learning, to gain deeper understanding of the concepts and finally to reach higher levels of achievement. As a result, the need for spread application of DI becomes more apparent.The educational implications of the research indicate clarifying of the application framework of DI and overcoming some obstacles and the issues that concentrated criticism, towards increasing the applicability of DI. In this context, proposals about the revision and the adjustment of DI for kindergarten are discussed. Further research and educational applications will provide the appropriate evidence for DI’s effective application.Η παραδοχή ότι κάθε παιδί είναι μοναδικό, οδηγεί αναπόφευκτα στη διαπίστωση ποικίλων διαφορών που εντοπίζονται σε γνωστικό και κοινωνικό επίπεδο, σε παράγοντες που σχετίζονται με το οικογενειακό περιβάλλον, αλλά και με πολιτιστικούς παράγοντες, όπως η κουλτούρα ή η γλώσσα. Όλα αυτά τα χαρακτηριστικά των παιδιών συνθέτουν την αυξημένη ανομοιογένεια που παρουσιάζεται στις σύγχρονες τάξεις. Δεδομένου ότι τα χαρακτηριστικά αυτά των παιδιών επηρεάζουν τη μάθησή τους, αποτελεί πρόκληση για τους/ις εκπαιδευτικούς η αποτελεσματική διαχείριση και ανταπόκριση στις ανάγκες όλων των παιδιών. Η Διαφοροποιημένη Διδασκαλία (ΔΔ) προτείνεται ως μία σύγχρονη προσέγγιση για τη διδασκαλία και τη μάθηση που αξιοποιεί τη διαφορετικότητα των παιδιών προς όφελός τους, καθώς η διδασκαλία οργανώνεται με τέτοιο τρόπο, ώστε να ανταποκρίνεται στις ανάγκες όλων, με απώτερο σκοπό να οδηγηθεί κάθε παιδί στο μέγιστο επίπεδο ανάπτυξής του και στην ακαδημαϊκή επιτυχία. Η αποτελεσματικότητα της προσέγγισης έχει υποστηριχθεί από αρκετές εμπειρικές μελέτες, οι οποίες εστίαζαν κυρίως σε παιδιά δημοτικού και μεγαλύτερων βαθμίδων, στις περιοχές της γλώσσας και των μαθηματικών, ενώ έχουν βρεθεί και αντικρουόμενα ευρήματα. Βέβαια, είναι γεγονός ότι υπάρχει σημαντικό ερευνητικό κενό, ειδικά σε αντίστοιχες έρευνες που να εστιάζουν σε μικρότερες ηλικίες, αλλά και στην αποτελεσματικότητα της ΔΔ στο πλαίσιο της διαθεματικής προσέγγισης της σχολικής γνώσης. Για το λόγο αυτό, η παρούσα έρευνα εστιάζει στη διερεύνηση της επίδρασης της ΔΔ στη μαθησιακή επίδοση των παιδιών του νηπιαγωγείου, επιχειρώντας την εφαρμογή της στο πλαίσιο της διαθεματικότητας. Στην έρευνα συμμετείχαν 154 παιδιά προσχολικής ηλικίας, από τα οποία τα 80 παιδιά συμμετείχαν σε ΔΔ (πειραματική ομάδα) και τα 74 παιδιά σε πιο παραδοσιακή διδασκαλία σχεδιασμένη για το μέσο επίπεδο της τάξης (ομάδα ελέγχου). Οι παρεμβάσεις που εφαρμόστηκαν ήταν τρεις θεματικές προσεγγίσεις, οι οποίες εφαρμόστηκαν για 5 μήνες. Οι θεματικές που εφαρμόστηκαν είχαν κοινές μαθησιακές επιδιώξεις και σχεδιασμό και στις δύο ομάδες, με μόνη διαφορά τη διαφοροποίηση της διδασκαλίας στην πειραματική ομάδα, ενώ στην ομάδα ελέγχου ο σχεδιασμός απευθυνόταν σε ένα μέσο επίπεδο, ανάλογο με την ηλικία των παιδιών. Για να διασφαλιστεί ότι οι παρεμβάσεις ήταν σύμφωνες με τη διαφοροποιημένη προσέγγιση, υλοποιήθηκε ένα πρόγραμμα Επαγγελματικής Ανάπτυξης με σκοπό την υποστήριξη των νηπιαγωγών. Η μαθησιακή επίδοση των παιδιών μετρήθηκε με τη σύγκριση των αρχικών (προ-έλεγχοι) και των τελικών ιδεών (μετα-έλεγχοι) τους στις έννοιες που περιλάμβαναν οι διδακτικές παρεμβάσεις. Έτσι, η συλλογή των δεδομένων έγινε μέσα από ατομικές δομημένες συνεντεύξεις. Όλες οι απαντήσεις των παιδιών βαθμολογήθηκαν και ποσοτικοποιήθηκαν για να αναλυθούν με τη χρήση των κατάλληλων στατιστικών τεστ, ενώ οι απαντήσεις από τις ανοιχτές ερωτήσεις αναλύθηκαν περαιτέρω με Ανάλυση Περιεχομένου. Τα αποτελέσματα επιβεβαίωσαν τη θετική σχέση της ΔΔ στην επίτευξη των μαθησιακών επιδιώξεων σε μεγαλύτερο βαθμό από την πιο παραδοσιακή διδασκαλία. Επίσης, αναδείχθηκε η τάση της ΔΔ να λειτουργήσει αντισταθμιστικά, καθώς σε κάποιες περιπτώσεις γεφύρωσε τις αρχικές διαφορές επίδοσης μεταξύ διαφορετικών ομάδων παιδιών. Ακόμη, βρέθηκαν ενδείξεις ότι η ανταπόκριση στα ενδιαφέροντα ήταν ο πιο αποτελεσματικός τρόπος διαφοροποίησης, καθώς είχε τη θετικότερη συσχέτιση με την επίδοση των παιδιών, ενώ αμέσως μετά ακολουθούσε η ανταπόκριση στην ετοιμότητα και λιγότερο θετική σχέση είχε η ανταπόκριση στους τύπους μάθησης. Από την Ανάλυση Περιεχομένου προέκυψε ότι τα παιδιά της πειραματικής ομάδας έδιναν πιο πλούσιες και πιο πλήρεις εξηγήσεις μετά τις παρεμβάσεις, ενώ οι συνομήλικοί τους από την ομάδα ελέγχου έτειναν να αποφεύγουν να απαντήσουν ή έδιναν συχνότερα απαντήσεις που δεν σχετίζονταν με το θέμα.Συνεπώς, αναδείχθηκε ότι η ΔΔ και τα στοιχεία που περιλαμβάνει (ανταπόκριση στα ενδιαφέροντα, κατάλληλη πρόκληση και υποστήριξη, ευελιξία, εργασία σε ομάδες κ.α.) δημιούργησαν ένα θετικό μαθησιακό περιβάλλον για τα παιδιά και τους έδωσαν τη δυνατότητα να εμπλακούν ενεργά, να επεξεργαστούν πιο αποδοτικά και να κατανοήσουν εις βάθος τις έννοιες που περιλάμβαναν οι παρεμβάσεις, οδηγώντας περισσότερα παιδιά σε υψηλότερη επίδοση. Ως εκ τούτου, η ανάγκη για ευρεία εφαρμογή της ΔΔ στις τάξεις γίνεται όλο και πιο επιτακτική.Οι εκπαιδευτικές προεκτάσεις της έρευνας προσανατολίζονται στην αποσαφήνιση των θολών σημείων, των εμποδίων και των σημείων που έχει ασκηθεί κριτική, με σκοπό την αύξηση της εφαρμοσιμότητας της ΔΔ. Στο πλαίσιο αυτό, κατατίθενται προτάσεις για την αναθεώρηση και προσαρμογή του πλαισίου εφαρμογής της ΔΔ στο νηπιαγωγείο. Περαιτέρω έρευνα και εκπαιδευτικές εφαρμογές θα συμβάλλουν σημαντικά στην επιστημονική τεκμηρίωση της ΔΔ και του αποτελεσματικότερου τρόπου εφαρμογής της. Ταυτόχρονα, χρειάζεται να λαμβάνεται υπόψη η ανάγκη για ανάπτυξη κατάλληλων προγραμμάτων υποστήριξης των εκπαιδευτικών στην υιοθέτηση της προσέγγισης

    The role of submaximal doses of ghrelin in the secretion of growth hormone in women under various conditions of estrogenic effect

    No full text
    Ghrelin is a 28-amino acid protein, which is produced mainly in the mucosa of the stomach, but it is also expressed in other tissues. Ghrelin is considered the endogenous ligand for the growth hormone secretagogue receptor. Recent studies have shown that ghrelin affects the reproductive function, mainly through its actions on the pituitary gland and the ovaries. This study was conducted to investigate 1) The role of estrogen in ghrelin-induced secretion of growth hormone, 2) The effect of ghrelin on the secretion of gonadotropins and the role of estrogen and 3) The role of estrogen in ghrelin stimulated secretion of prolactin. Materials and methods: The study included 20 women allocated to group 1 and group 2. Group 1 included 10 healthy women of reproductive age and group 2 10 healthy postmenopausal women. Two submaximal dosages of ghrelin were used. Group 1: All women were investigated in two cycles. In the first cycle (control cycle), an experimental procedure was carried out in the early follicular phase (cycle day 2) and was repeated in the late follicular phase. During both experimental procedures, 2 ml of normal saline was given i.v. as an acute injection (time 0 min) and it was repeated 90 min later (time 90 min). In the second cycle (study cycle), the same experimental procedures were performed as described above, but instead of normal saline, the women were given ghrelin as an acute i.v. injection at the corresponding times at the dose of 0.15 μg/kg (0 min) and 0.30 μg/kg (90 min). In each experimental procedure, blood samples were obtained from all women in relation to (time 0) at -15, 0, 30, 60, 90, 120, 150 and 180 min. Group 2: The women received estradiol valerate per os for 14 days twice, a month apart. At the two time periods of estradiol administration (A and B), four experimental procedures were performed in all women, two with ghrelin administration (Exp 1A and Exp 15A) and two with normal saline administration (Exp 1B and Exp 15B). In particular, Exp 1A and Exp 1B were performed on day 1 of time periods A and B respectively, while Exp 15A and Exp 15B were performed on the day 15 of time periods A and B of the estradiol administration respectively. In Exp 1A and Exp 15A, after overnight fasting, ghrelin was administered to women on day 1 and 15 at a single i.v. dose of 0.15 μg/kg (time 0 min) and a second ghrelin dose of 0.30 μg/kg 90 min later (time 90 min). After one month, the experimental procedures Exp 1B and Exp 15B were performed. These procedures were identical to Exp 1A and Exp 15A in terms of the timing, but instead of ghrelin a single dose of 2 ml saline wasadministered at the corresponding times (0 and 90 min). Blood samples were obtained in all four experimental procedures in relation to (time 0 min) -15, 0, 30, 60, 90, 120, 150 and 180 min. Τotal ghrelin was measured in plasma, while growth hormone, estradiol, progesterone, FSH,LH and prolactin were measured in serum. Hormones were measured by radioimmunoassay or immunoradiometric methods. Statistical analysis was performed using the software packageNCSS 2001. Results: Total plasma ghrelin was increased after the i.v. administration of this hormone in Exp 1A and Exp 15A and was not affected by estrogen. Ghrelin-induced increase in the secretion of growth hormone was similar in the early and the late follicular phase of the cycle (group 1) as well as in Exp1A and Exp15A (group 2). In normally cycling women (group 1), ghrelin was shown to exert a suppressive effect on gonadotropin secretion, particularly in the late follicular phase. However, in postmenopausal women (group 2), ghrelin administration did not affect the secretion of gonadotropins either before (Exp 1A) or after treatment with estradiol (Exp 15A), while it significantly increased serum prolactin levels. The stimulating effect of ghrelin on prolactin secretion was enhanced by the exogenous administration of estrogen. Conclusions: This study shows for the first time that the response of growth hormone to two submaximal doses of ghrelin was similar in the early and the late follicular phase of the normal menstrual cycle or in postmenopausal women treated with estradiol. These results suggest that estradiol does not play a significant role in this action of ghrelin. The study also shows for the first time an inhibitory effect of two small dosages of ghrelin on diurnal secretion of FSH and LH in the late follicular phase of the cycle. Although this inhibitory effect of ghrelin on FSH amd LH levels was not seen in estrogen treated postmenopausal women, it is suggested that estradiol may play a permissive role. Finally, ghrelin stimulated prolactin secretion an effect that was enhanced by estradiol. It is likely that estradiol interacts with ghrelin by affecting its actionon the pituitary gland, but the exact physiological mechanism requires further investigation.Η γκρελίνη αποτελεί ένα ορμονικό πεπτίδιο που αποτελείται από 28 αμινοξέα και παράγεται κατά κύριο λόγο από το στόμαχο, αλλά έχει διαπιστωθεί ότι εκφράζεται και σε άλλους ιστούς, όπως είναι το πάγκρεας, οι νεφροί, οι πνεύμονες, ο υποθάλαμος, η υπόφυση και οι γονάδες. Η γκρελίνη αποτελεί τον ενδογενή παράγοντα (ligand) για τον υποδοχέα των εκκριτογόνων αναλόγων της αυξητικής ορμόνης και κατά συνέπεια αποτελεί ισχυρό διεγέρτη έκκρισης της τελευταίας. Το γεγονός ότι η γκρελίνη εκκρίνεται όχι μόνο από το στόμαχο, αλλά εκφράζεται και σε άλλους ιστούς σημαίνει ότι ασκεί διάφορες ενδοκρινείς, εξωκρινείς και παρακρινείς επιδράσεις στους ιστούς αυτούς. Πρόσφατες μελέτες έδειξαν ότι η γκρελίνη επηρεάζει και την αναπαραγωγική λειτουργία του ανθρώπινου οργανισμού κυρίως μέσα από τις δράσεις της στην υπόφυση και στις ωοθήκες. Η παρούσα μελέτη έγινε προκειμένου να διερευνηθεί 1) Ο ρόλος των οιστρογόνων στην από τη γκρελίνη προκαλούμενη έκκριση της αυξητικής ορμόνης, 2) Η επίδραση της γκρελίνης στην έκκριση των γοναδοτροπινών και ποιος είναι ο ρόλος των οιστρογόνων σε αυτή τη λειτουργία της και 3) Ο ρόλος των οιστρογόνων στην από τη γκρελίνη διεγειρόμενη έκκριση της προλακτίνης. Υλικό και μέθοδος: Για την πραγματοποίηση της μελέτης αυτής χρησιμοποιήθηκαν δύο ομάδες γυναικών. Η πρώτη περιέλαβε 10 υγιείς γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας (ομάδα 1) και η δεύτερη 10 υγιείς μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες (ομάδα 2). Χρησιμοποιήθηκαν δύο «υπομέγιστες» (submaximal) δόσεις γκρελίνης. Ομάδα 1. Η κάθε γυναίκα μελετήθηκε σε δύο κύκλους και πραγματοποιήθηκαν 4 πειραματικές διαδικασίες. Στον πρώτο κύκλο (μαρτύρων), πραγματοποιήθηκε η ίδια πειραματική διαδικασία σε δύο φάσεις του κύκλου, δηλαδή στην αρχόμενη ωοθυλακική και συγκεκριμένα τη 2η ημέρα του κύκλου και στην προχωρημένη ωοθυλακική φάση (μέγεθος ωοθυλακίου 16 mm). Στον κύκλο αυτό, σε κάθε πειραματική διαδικασία,μετά ολονύκτια νηστεία, χορηγήθηκε στις γυναίκες το πρωί εφάπαξ ενδοφλεβίως φυσιολογικός ορός 2 ml δύο φορές, δηλ. σε χρόνους 0 min και 90 min. Στο δεύτερο κύκλο (μελέτης) πραγματοποιήθηκε η ίδια πειραματική διαδικασία, που περιγράφηκε παραπάνω,στις ίδιες φάσεις του κύκλου, αντί όμως του φυσιολογικού ορού, στις γυναίκες χορηγήθηκε γκρελίνη στις αντίστοιχες ώρες στη δόση των 0.15 μg/kg (χρόνος 0 min) και 0.30 μg/kg (χρόνος 90 min). Σε κάθε πειραματική διαδικασία, δείγματα αίματος λήφθηκαν από όλες τις γυναίκες σε χρόνους, ως προς την ένεση του φυσιολογικού ορού ή της γκρελίνης (χρόνος 0min), -15, 0, 30, 60, 90, 120, 150 και 180 min. Ομάδα 2. Στις γυναίκες της ομάδας αυτής χορηγήθηκε βαλεριανική οιστραδιόλη από το στόμα σε δύο χρονικές περιόδους, Α και Β, διάρκειας 14 ημερών η κάθε μία με μεσοδιάστημα 1 μήνα. Στις δύο αυτές χρονικές περιόδους χορήγησης της οιστραδιόλης, σε όλες τις γυναίκες πραγματοποιήθηκαν οι 4 πειραματικές διαδικασίες, που περιγράφηκαν παραπάνω, οι δύο με χορήγηση γκρελίνης (Exp 1A και Exp 15Α) και οι δύο με χορήγηση φυσιολογικού ορού (Exp 1B και Exp 15Β). Συγκεκριμένα, η Exp 1A και η Exp 1Β πραγματοποιήθηκαν την 1η ημέρα των χρονικών περιόδων Α και Β αντίστοιχα, ενώ η Exp 15A και Exp 15B πραγματοποιήθηκαν την 15η ημέρα των χρονικών περιόδων χορήγησης οιστραδιόλης Α και Β αντίστοιχα. Στις Exp 1A και Exp 15A, μετά από ολονύκτια νηστεία, χορηγήθηκε στις γυναίκες το πρωί των ημερών 1 και 15 γκρελίνη σε εφάπαξ ενδοφλέβια δόση των 0.15 μg/kg (χρόνος 0 min) και μία δεύτερη δόση γκρελίνης των 0.30 μg/kg 90 min αργότερα. Μετά την παρέλευση ενός μηνός, πραγματοποιήθηκαν οι πειραματικές διαδικασίες Exp 1Β και Exp 15Β, οι οποίες ήταν ίδιες με τις Exp 1A και Exp 15A, με τη διαφορά ότι αντί γκρελίνης χορηγήθηκε ενδοφλεβίως εφάπαξ φυσιολογικός ορός 2 ml στις ίδιες χρονικές στιγμές (0 και 90 min). Δείγματα αίματος λήφθηκαν, σε σχέση με τη χορήγηση γκρελίνης ή φυσιολογικού ορού (χρόνος 0), σε χρόνους -15, 0, 30, 60, 90, 120, 150 και 180 min και στις τέσσερις πειραματικές διαδικασίες. Και στις δύο ομάδες, στο πλάσμα, μετρήθηκε η ολική γκρελίνη και στον ορό η αυξητική ορμόνη, η οιστραδιόλη, η προγεστερόνη, οι γοναδοτροπίνες (FSH και LH) και η προλακτίνη. Οι μετρήσεις έγιναν αναλόγως της ουσίας με ραδιοανοσοβιολογικές ή ανοσοραδιομετρικές μεθόδους και το στατιστικό πακέτο που χρησιμοποιήθηκε ήταν το NCSS 2001. Αποτελέσματα: Η ολική γκρελίνη του πλάσματος αυξήθηκε σημαντικά μετά την ενδοφλέβια χορήγηση της ουσίας αυτής παρόμοια τόσο στις γυναίκες της αναπαραγωγικής ηλικίας όσο και στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, χωρίς η αύξηση να επηρεάζεται από τα οιστρογόνα. Επίσης, η προκαλούμενη από τη γκρελίνη αύξηση της έκκρισης της αυξητικής ορμόνης δεν επηρεάσθηκε από το διαφορετικό οιστρογονικό περιβάλλον των πειραματικών διαδικασιών και στις δύο ομάδες των γυναικών. Στις γυναίκες της αναπαραγωγικής ηλικίας (ομάδα 1), η χορήγηση της γκρελίνης άσκησε κατασταλτική επίδραση στην έκκριση των γοναδοτροπινών, δράση που ενισχύθηκε από τα οιστρογόνα. Αυτό δεν επιβεβαιώθηκε στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες (ομάδα 2), στις οποίες η χορήγηση γκρελίνης δεν επηρέασε την έκκριση των γοναδοτροπινών. Τέλος, στις μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες η εξωγενώς χορηγούμενη γκρελίνη αύξησε σημαντικά τα επίπεδα της προλακτίνης, δράση που ενισχύθηκε από την εξωγενή χορήγηση οιστρογόνων στις γυναίκες της ομάδας αυτής. Συμπεράσματα: Στην παρούσα μελέτη, διαπιστώθηκε για πρώτη φορά ότι η διεγερτική επίδραση δύο διαδοχικών «υπομέγιστων» δόσεων γκρελίνης στην έκκριση της αυξητικής ορμόνης: 1) δεν επηρεάζεται από το οιστρογονικό περιβάλλον, 2) σε γυναίκες αναπαραγωγικής ηλικίας, αλλά όχι σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες, καταστέλλει την ημερήσια έκκριση των γοναδοτροπινών,η δράση δε αυτή ενισχύεται από την οιστραδιόλη και 3) σε μετεμμηνοπαυσιακές γυναίκες αυξάνει την έκκριση της προλακτίνης από την υπόφυση, η επίδραση δε αυτή είναι ιδιαίτερα εμφανής παρουσία υψηλών επιπέδων οιστρογόνων στην κυκλοφορία. Πιθανολογείται ότι η οιστραδιόλη αλληλεπιδρά με τη γκρελίνη στην έκκριση υποφυσιακών ορμονών. Τα αποτελέσματα της παρούσης έρευνας παρέχουν νέες πληροφορίες σχετικά με το ρόλο της γκρελίνης στην έκκριση των ορμονών του πρόσθιου λοβού της υποφύσεως γυναικών

    A study of patients' adherence to hypertension therapy

    No full text
    Arterial hypertension, also known as high blood pressure, is a long-term medical condition which usually does not cause symptoms. Hypertension is a major risk for coronary heart disease, stroke, heart failure and renal failure and is associated with increased mortality risk. Adoption of a healthy lifestyle is critical for the prevention of high blood pressure and is an indispensable part of the management of hypertension. Furthermore, a large number of antihypertensive drugs are available for reducing blood pressure. Nevertheless, non adherence to treatment is a crucial barrier to successful blood control. This study examined hypertensive patients’ experiences regarding adherence to doctor’s recommendations for hypertension treatment. Semi structured interviews were conducted with 17 patients diagnosed with essential hypertension without physical or mental comorbidity. Transcripts were analyzed using Interpretative Phenomenological Analysis (IPA). Three super-ordinate themes arose from the data: i) causal attributions of hypertension, ii) the complex and multifactorial problem of adherence to treatment as perceived by the patients and iii) negotiating the diagnosis and treatment of a chronic health problem. These are discussed in relation to extant literature. Given that adherence to treatment is a major challenge for the management of high blood pressure, understanding how hypertensive patients experience their need for commitment to treatment can be helpful to clinicians.Η αρτηριακή υπέρταση είναι ένα από τα πλέον σημαντικά προβλήματα δημόσιας υγείας στις ανεπτυγμένες χώρες, καθώς αποτελεί ένα από τους κυριότερους παράγοντες κινδύνου στεφανιαίας νόσου, εγκεφαλικού επεισοδίου, καρδιακής ανεπάρκειας και νεφρικής ανεπάρκειας. Η ρύθμιση της αρτηριακής υπέρτασης μπορεί να πραγματοποιηθεί με τη χρήση τόσο φαρμακευτικών (αντι-υπερτασική αγωγή), όσο και μη φαρμακευτικών μέσων (υγιεινοδιαιτητικά μέτρα). Ωστόσο, παρά την ύπαρξη μέσων αντιμετώπισης, ένα από τα πλέον συνήθη εμπόδια στον αποτελεσματικό έλεγχο της αρτηριακής πίεσης είναι η απουσία πιστής τήρησης των θεραπευτικών οδηγιών από πλευράς των ασθενών. Σκοπός της παρούσας έρευνας ήταν η μελέτη του φαινομένου της τήρησης των θεραπευτικών οδηγιών για την αρτηριακή υπέρταση, έτσι όπως το αντιλαμβάνονται, το βιώνουν και το νοηματοδοτούν οι αμιγώς υπερτασικοί ασθενείς. Στην έρευνα συμμετείχαν 17 άτομα με πρωτοπαθή υπέρταση χωρίς σωματική ή ψυχική συννόσηση. Η συλλογή των δεδομένων πραγματοποιήθηκε μέσω ημιδομημένων συνεντεύξεων, ενώ η ανάλυσή τους με βάση τις αρχές της Ερμηνευτικής Φαινομενολογικής Ανάλυσης (Interpretative Phenomenological Analysis- IPA), η οποία κρίθηκε ως η πλέον κατάλληλη, καθώς ενσωματώνει στοιχεία που είναι απαραίτητα για τη διερεύνηση και κατανόηση των εμπειριών των ασθενών με υπέρταση. Από την ανάλυση των απομαγνητοφωνημένων συνεντεύξεων αναδύθηκαν τρία υπερ-θέματα, τα οποία αποτελούνταν από θέματα και υπο-θέματα. Κατά συνέπεια, τα αποτελέσματα που συζητούνται, υπό το πρίσμα της υπάρχουσας σχετικής βιβλιογραφίας, περιλαμβάνουν τις αιτιακές αποδόσεις της αρτηριακής υπέρτασης από πλευράς των ατόμων με υπέρταση, το σύνθετο πρόβλημα της τήρησης της θεραπείας έτσι όπως το αντιλαμβάνονται και το νοηματοδοτούν οι συμμετέχοντες, καθώς και τη διαπραγμάτευση με τα νέα δεδομένα και τη συνειδητοποίηση χρονιότητας που προκύπτουν από την ανάγκη μακροχρόνιας τήρησης των θεραπευτικών οδηγιών για την αντιμετώπιση της αρτηριακής υπέρτασης. Δεδομένου ότι η επίτευξη της σωστής τήρησης των θεραπευτικών οδηγιών αποτελεί σημαντική πρόκληση για την αντιμετώπιση της υπέρτασης, η κατανόηση του τρόπου με τον οποίο τα άτομα νοηματοδοτούν την προσήλωση στη θεραπεία δύναται να συμβάλλει καθοριστικά στη βελτίωσή της και κατ’ επέκταση στην αντιμετώπιση της υπέρτασης

    STUDY OF PROTEINURIA IN SKIN DISEASES

    No full text

    CONTRIBUTION IN THE STUDY OF TICK-BORNE ENCEPHALITIS IN GREECE

    No full text
    THE OBJECT OF THIS STUDY WAS: 1) THE LABORATORY DIAGNOSIS OF TICK-BORNE ENCEPHALITIS IN GREEK PATIENTS WITH ENCEPHALITIS OR/AND MENINGOENCEPHALITIS. 2) THESEARCH FOR TBE VIRUS-SPECIFIC ANTIBODIES IN HEALTHY POPULATION, MAINLY OF NORTHERN GREECE, AIMING AT FINDING ENDEMIC REGIONS OF TBE VIRUS IN OUR COUNTRY. 3) THE ISOLATION OF TBE VIRUS FROM TICKS, COLLECTED FROM SHEEP AND GOATS IN THEENDEMIC REGIONS. 4) THE INVESTIGATION OF THE EFFECT OF RIBAVIRIN, A BROAD SPECTRUM ANTIVIRAL AGENT, ON THE GROWTH OF TBE VIRUS IN VITRO. IN THE FIRST PART OF THIS STUDY IS CITED THE INTERNATIONAL LITERATURE, RELEVANT TO THE TAXONOMY, PROPERTIES AND EPIDEMIOLOGY OF TBE VIRUS, THE PATHOGENESIS, CLINICAL PICTURE, DIAGNOSIS, PROPHYLAXIS AND TREATMENT OF TICK-BORNE ENCEPHALITIS AND THE STRUCTURE, MECHANISM OF ACTION AND IN VITRO AND IN VIVO EFFECT OF RIBAVIRIN. IN THE SECOND PART THE MATERIAL STUDIED AND OUR FINDINGS ARE PRESENTED AND DISCUSSED. FOR THE LABORATORY DIAGNOSIS OF TBE WE EXAMINED BLOOD AND CEREBROSPINAL FLUID SPECIMENS OF 54 PATIENTS WITH ENCEPHALITIS OR /AND MENINGOENCEPHALITIS. (ABSTRACT TRUNCATED)ΣΚΟΠΟΣ ΤΗΣ ΠΑΡΟΥΣΑΣ ΕΡΕΥΝΑΣ ΗΤΑΝ: 1) Η ΔΙΑΠΙΣΤΩΣΗ ΚΑΙ Η ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΛΟΙΜΩΞΕΩΝ ΑΠΟ ΤΟΝ ΙΟ ΤΗΣ ΚΡΩΤΟΓΕΝΟΥΣ ΕΓΚΕΦΑΛΙΤΙΔΑΣ (ΤΒΕ) ΣΕ ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΜΕ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΤΗΣ ΝΟΣΟΥ. 2) Η ΑΝΑΖΗΤΗΣΗ ΕΙΔΙΚΩΝ ΑΝΤΙΣΩΜΑΤΩΝ ΕΝΑΝΤΙ ΤΟΥ ΙΟΥ ΤΒΕ ΣΕ ΥΓΙΗ ΠΛΗΘΥΣΜΟ ΤΗΣ ΒΟΡΕΙΑΣ ΚΥΡΙΩΣ ΕΛΛΑΔΑΣ, ΜΕ ΣΚΟΠΟ ΤΗΝ ΕΝΤΟΠΙΣΗ ΕΝΔΗΜΙΚΩΝ ΕΣΤΙΩΝ ΤΟΥΙΟΥ ΤΒΕ, ΙΔΙΑΙΤΕΡΑ ΣΕ ΠΕΡΙΟΧΕΣ ΟΠΟΥ ΔΙΑΓΝΩΣΤΗΚΕ Η ΝΟΣΟΣ. 3) Η ΠΡΟΣΠΑΘΕΙΑ ΑΠΟΜΟΝΩΣΗΣ ΤΟΥ ΙΟΥ ΤΒΕ ΑΠΟ ΚΡΟΤΩΝΕΣ ΠΟΥ ΣΥΛΛΕΧΘΗΚΑΝ ΑΠΟ ΑΙΓΟΠΡΟΒΑΤΑ, ΑΠΟ ΠΕΡΙΟΧΕΣ ΟΠΟΥ ΣΕ ΑΝΘΡΩΠΟΥΣ ΒΡΕΘΗΚΑΝ ΑΝΤΙΣΩΜΑΤΑ ΕΝΑΝΤΙ ΤΟΥ ΙΟΥ ΤΒΕ. 4) Η ΕΞΕΤΑΣΗ ΤΗΣ ΕΠΙΔΡΑΣΗΣ ΕΝΟΣ ΑΝΤΙ-ΙΙΚΟΥ ΦΑΡΜΑΚΟΥ ΕΥΡΕΩΣ ΦΑΣΜΑΤΟΣ, ΤΗΣ ΡΙΜΠΑΒΙΡΙΝΗΣ, ΣΤΟΝ ΠΟΛΛΑΠΛΑΣΙΑΣΜΟ ΤΟΥ ΙΟΥ IN VITRO. ΣΤΟ ΠΡΩΤΟ ΜΕΡΟΣ ΤΗΣ ΜΕΛΕΤΗΣ ΑΥΤΗΣ ΓΙΝΕΤΑΙ ΑΝΑΣΚΟΠΗΣΗ ΤΗΣ ΔΙΕΘΝΟΥΣ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑΣ ΚΑΙ ΑΝΑΦΕΡΟΝΤΑΙ Η ΤΑΞΙΝΟΜΗΣΗ, ΟΙ ΙΔΙΟΤΗΤΕΣ ΚΑΙ Η ΕΠΙΔΗΜΙΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΙΟΥ ΤΒΕ, Η ΠΑΘΟΓΕΝΕΣΗ, Η ΚΛΙΝΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ, Η ΔΙΑΓΝΩΣΗ, Η ΠΡΟΦΥΛΑΞΗ ΚΑΙ Η ΘΕΡΑΠΕΙΑ ΤΗΣ ΚΡΟΤΩΓΕΝΟΥΣ ΕΓΚΕΦΑΛΙΤΙΔΑΣ ΚΑΙ Η ΔΟΜΗ, Ο ΜΗΧΑΝΙΣΜΟΣ ΔΡΑΣΗΣ ΚΑΙ Η IN VITRO ΑΝΤΙ-ΙΙΚΗ ΔΡΑΣΗ ΤΗΣ ΡΙΜΠΑΒΙΡΙΝΗΣ. ΣΤΟ ΕΥΤΕΡΟ ΜΕΡΟΣ ΠΕΡΙΓΡΑΦΕΤΑΙ Η ΔΙΚΗ ΜΑΣ ΕΡΕΥΝΑ. ΓΙΑ ΤΗΝ ΕΡΓΑΣΤΗΡΙΑΚΗ ΔΙΑΓΝΩΣΗ ΤΗΣ ΚΡΩΤΟΓΕΝΟΥΣ ΕΓΚΕΦΑΛΙΤΙΔΑΣ ΑΝΑΖΗΤΗΘΗΚΑΝ ΕΙΔΙΚΑ IGM ΚΑΙ IGG ΑΝΤΙΣΩΜΑΤΑ ΣΕ ΔΕΙΓΜΑΤΑ ΟΡΟΥ ΑΙΜΑΤΟΣ ΚΑΙ ΕΓΚΕΦΑΛΟΝΩΤΙΑΙΟΥ ΥΓΡΟΥ 54 ΑΣΘΕΝΕΙΣ ΜΕ ΣΥΜΠΤΩΜΑΤΑ ΕΓΚΕΦΑΛΙΤΙΔΑΣ Η/ΚΑΙ ΜΗΝΙΓΓΟΕΓΚΕΦΑΛΙΤΙΔΑΣ. (ΠΕΡΙΚΟΠΗ ΠΕΡΙΛΗΨΗΣ
    Hellenic National Archive of Doctoral Dissertationsis based in GR
    Repository Dashboard
    Do you manage Hellenic National Archive of Doctoral Dissertations? Access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard!