Hellenic National Archive of Doctoral Dissertations

    The impact of fascia iliaca compartment block on acute and chronic postsurgical pain in patients undergoing a hip fracture repair

    No full text
    Introduction: Greece is amongst countries with high risk of hip fracture as its incidence in Greece is 340/100.000 for adults over the age of 50, while half of the hip fracture cases are people older than 80 years. Hip fractures cause short- or long-term disability and increase both morbidity and mortality, especially in elders. Most of these fractures need surgical repair usually under spinal anesthesia; a widely accepted technique for this cohort of patients. Perioperative management of hip fracture patients is challenging for the anaesthesiologist, as optimal analgesia is not always achieved. Pain is accompanied by well-described physiological sequelae that may endanger high-risk patients. Effective pain control is also suggested as an important factor for preventing the development of chronic postsurgical pain (CPSP). Aim: This research aims to study the impact of USG FICB on acute and chronic pain in patients undergoing a hip fracture repair. Experimental design: Blinded randomized clinical trialSetting: General Hospital “Asklepieion”, Voula - GreeceMethods: 182 patients scheduled for hip fracture surgery were randomized to receive a USG FICB (FICB group) or a sham saline injection (sham FICB group), twenty minutes before positioning for spinal anesthesia. Numeric rating pain scale (NRS) scores at 6, 24, 36, 48 postoperative hours, total 24-hour tramadol PCA administration, timing of the first tramadol dose, presence and severity of hip-related pain at 3- and 6-months post-surgery, were documented. Results: FICB group showed significantly lower NRS scores in all instances, lower total 24 –hour tramadol consumption and higher mean time to first tramadol dose (p<0.05). CPSP was reported in a considerably high percentage of patients of both groups (60% at 3 months, 45% at 6 months). FICB group presented with a lower percentage of patients with high-grade CPSP, after 3 and 6 months (p<0.001).Conclusions: USG FICB in the perioperative setting provides safe and effective postoperative analgesia and may reduce the incidence and severity of CPSP at 3 and 6 months after hip fracture surgery.Η Ελλάδα συγκαταλέγεται μεταξύ των χωρών με τον υψηλότερο κίνδυνο για κάταγμα του ισχίου, καθώς η επίπτωση των καταγμάτων ισχίου είναι 340 ανά 100.000 άτομα ηλικίας άνω των 50, ενώ το ήμισυ του προσβαλλόμενου πληθυσμού έχει ηλικία μεγαλύτερη των 80 ετών. Τα κατάγματα αυτά προκαλούν βραχυπρόθεσμη και μακροπρόθεσμη ανικανότητα και αυξάνουν τη νοσηρότητα και τη θνησιμότητα, ιδιαίτερα στα ηλικιωμένα άτομα. Η μεγάλη πλειοψηφία των καταγμάτων ισχίου χρήζουν χειρουργική αποκατάσταση συνήθως υπό ραχιαία αναισθησία, που αποτελεί μια ευρέως αποδεκτή αναισθητική τεχνική γι΄αυτές τις περιπτώσεις ασθενών. Η περιεγχειρητική αντιμετώπισή τους αποτελεί μια πρόκληση για τον αναισθησιολόγο, καθώς η βέλτιστη αναλγησία δεν επιτυγχάνεται πάντα. Ο πόνος συνοδεύεται από φυσιολογικές επιδράσεις που μπορεί να επηρεάσουν σημαντικά τους υψηλού κινδύνου ασθενείς. Επίσης, η αποτελεσματική αντιμετώπιση του οξέος πόνου προτείνεται ως καθοριστικός παράγοντας για την αποτροπή ανάπτυξης χρόνιου μετεγχειρητικού πόνου. Σκοπός: Η παρούσα μελέτη εξετάζει τον πόνο – οξύ και χρόνιο - στα κατάγματα ισχίου σε ασθενείς που υποβάλλονται σε αποκλεισμό του διαμερίσματος της λαγόνιας περιτονίας (ΑΔΛΠ) υπό υπερηχογραφική καθοδήγηση. Πειραματικός σχεδιασμός: Τυφλή τυχαιοποιημένη κλινική μελέτη. Τοποθεσία: Γενικό Νοσοκομείο Ασκληπιείο ΒούλαςΜέθοδος: 182 ασθενείς που θα υποβάλλονταν σε χειρουργική αποκατάσταση κατάγματος ισχίου τυχαιοποιήθηκαν σε δύο ομάδες. Η ομάδα μελέτης (ΟΜ) υποβλήθηκε σε ΑΔΛΠ υπό υπερηχογραφική καθοδήγηση, ενώ η ομάδα ελέγχου σε ένεση με φυσιολογικό ορό. Με την χρήση της αριθμητικής κλίμακας πόνου (Numeric rating pain scale ή NRS) καταγράφηκαν οι βαθμολογίες στις 6, 24, 36 και 48 ώρες μετά την επέμβαση. Επίσης, καταγράφηκαν η συνολική δόση τραμαδόλης το πρώτο 24ωρο, ο χρόνος λήψης της πρώτης δόσης τραμαδόλης και η παρουσία και η ένταση χρόνιου εμμένοντα μετεγχειρητικού πόνου στους 3 και 6 μήνες. Αποτελέσματα: Η ΟΜ είχε σημαντικά χαμηλότερη βαθμολογία NRS σε όλες τις χρονικές στιγμές, χαμηλότερη συνολική 24ωρη δόση τραμαδόλης και μεγαλύτερο μέσο χρόνο επίκλησης της πρώτης δόσης τραμαδόλης (p<0.05). Χρόνιος εμμένων μετεγχειρητικός πόνος (CPSP) αναφέρεται σε ένα εξαιρετικά υψηλό ποσοστό ασθενών και των δύο ομάδων (60% στους 3 μήνες, 45% στους 6 μήνες). Η ΟΜ παρουσίασε μικρότερο ποσοστό ασθενών με υψηλού βαθμού CPSP στους 3 και 6 μήνες (p<0.001). Συμπεράσματα: Στην περιεγχειρητική περίοδο, ο υπερηχογραφικά κατευθυνόμενος ΑΔΛΠ παρέχει ασφαλή και αποτελεσματική μετεγχειρητική αναλγησία και ίσως μειώνει την επίπτωση και την ένταση του CPSP στους 3 και 6 μήνες μετά από αποκατάσταση κατάγματος ισχίου

    Study of susceptible and resistant populations of Sinapis arvensis and Rapistrum rugosum to ALS-inhibiting herbicides

    No full text
    Twenty one populations of wild mustard (Sinapis arvensis L.) from winter cereal crops of Phiotida, Pieria, Chalkidiki, Larissa and Thessaloniki counties were initially evaluated for cross-resistance to ALS-inhibiting herbicides tribenuron and imazamox. The 18 out of the 21 populations were resistant to tribenuron, while 15 had cross-resistance to both tribenuron and imazamox. Four populations showed an evolving resistance to these herbicides, whereas all populations were susceptible to the recommended rate of MCPA used as alternative chemical option. Τhe calculated GR50 values of tribenuron [the herbicide rate (g ai/ha) required to reduce the fresh weight of resistant plants by 50%] for the 18 resistant populations ranged from 29.2 to 594.7 g ai/ha, while the respective GR50 imazamox values for the 15 resistant populations ranged from 41.3 to 900.4 g ai/ha. Regarding susceptible populations, the GR50 value was not evaluated for tribenuron as the lowest dose reduced fresh weight of this population by more than 50%, whereas the corresponding value for imazamox was 0.5-4.3 g ai/ha. The sequence of the als gene revealed that there was a point mutation at the Trp574 site that resulted in replacement by Leu in the ALS enzyme, which was also confirmed by the use of HRM analysis. The in vitro activity of the ALS enzyme showed I50 values (herbicide concentration required for a 50% decrease in ALS activity) ranging from 19.11 to 217.45 μM of tribenuron, whereas the corresponding value for the susceptible population was 0.98 to 1.17 μM. These results strongly support that the cross-resistance of S. arvensis populations was due to a point mutation of the als gene, resulting in a less sensitive ALS enzyme. The experiments conducted to investigate the growth rate of five populations S. arvensis (4 resistant and one sensitive) originating from different counties of Greece indicated that the resistance trait did not have any significant effect on dry weight and seed production. The additional experiments to study genetic parameters of these five populations, using ISSR molecular markers, confirmed the differentiation between the five populations. The evaluation of 10 putative resistant Rapistrum rugosum populations along with two susceptible population originating from Greece showed that one (P1) out of 10 putative resistant populations was cross-resistant to tribenuron and imazamox, while another population (P4) was resistant to tribenuron only. All populations were susceptible to MCPA applied at the recommended rate. Gene sequencing of als revealed that the the P4 population had a point mutation at Pro197 by His providing resistance to tribenuron, whereas the P1 had a Trp574 by Leu point mutation conferring cross-resistance to both tribenuron and imazamox. The in vitro activity of the ALS enzyme indicated I50 tribenuron values ranging from 66.68 to 137.01 μM, whereas the respective value for the S populations ranged from 0.29 to 0.54 μM. These results strongly support that two R. rugosum populations evolved resistance to ALS-inhibiting herbicides due different point mutations in their als gene.Σε πειράµατα φυτοδοχείων αξιολογήθηκαν αρχικώς 21 πληθυσµοί άγριου σιναπιού (Sinapis arvensis L.) από καλλιέργειες χειµερινών σιτηρών των Νομών Φθιώτιδας, Πιερίας, Χαλκιδικής, Λάρισας και Θεσσαλονίκης για πιθανή εξέλιξη διασταυρωτής ανθεκτικότητας στα ζιζανιοκτόνα tribenuron και imazamox. Οι 18 από τους 21 πληθυσμούς ήταν ανθεκτικοί στο ζιζανιοκτόνο tribenuron, ενώ οι 15 είχαν διασταυρωτή ανθεκτικότητα στα ζιζανιοκτόνα tribenuron και imazamox. Σε τέσσερις πληθυσμούς διαπιστώθηκε ανθεκτικότητα σε εξελισσόμενη μορφή (στάδιο) στα δύο ζιζανιοκτόνα. Όλοι οι πληθυσμοί ήταν ευαίσθητοι στη συνιστώμενη δόση του ζιζανιοκτόνου MCPA. Οι υπολογισθείσες GR50 τιμές (η δόση του ζιζανιοκτόνου που απαιτείται για µείωση του χλωρού βάρους των ανθεκτικών φυτών κατά 50%) από τα πειράµατα έντασης της ανθεκτικότητας για τους 18 ανθεκτικούς πληθυσμούς στο tribenuron κυμάνθηκαν από 2,92 έως 59,47 g δ.ο./στρ, ενώ το αντίστοιχο εύρος των GR50 τιμών για τους 15 ανθεκτικούς πληθυσμούς στο imazamox ήταν 4,13-90,04 g δ.ο./στρ. Η GR50 τιμή tribenuron για τους ευαίσθητους πληθυσμούς δεν εκτιμήθηκε διότι η χαμηλότερη δόση του μείωσε το νωπό βάρος τους κατά >50%, ενώ η αντίστοιχη GR50 τιμή για το imazamox ήταν 0,05-0,43 g δ.ο./στρ. Η αλληλούχηση του γονιδίου als αποκάλυψε σημειακή μετάλλαξη που οδήγησε στην αντικατάσταση του αμινοξέος Trp574 από Leu στο ένζυμο ALS, η οποία επιβεβαιώθηκε και με την HRM ανάλυση. Η in vitro δράση του ενζύμου ALS έδειξε I50 τιμές (συγκέντρωση ζιζανιοκτόνου που απαιτείται για 50% μείωση της δράσης του ενζύμου ALS) που κυμάνθηκαν από 19,11 έως 217,45 μΜ για το tribenuron, ενώ η αντίστοιχη τιμή για τον ευαίσθητο πληθυσμό ήταν 0,98-1,17 μΜ. Τα αποτελέσματα αυτά τεκμαίρουν ότι η διασταυρωτή ανθεκτικότητα των πληθυσμών S. arvensis οφειλόταν σε σημειακή μετάλλαξη του γονιδίου als που είχε ως συνέπεια την κωδικοποίηση λιγότερο ευαίσθητου ενζύμου ALS στα ζιζανιοκτόνα tribenuron και imazamox.Τα πειράματα διερεύνησης του ρυθμού ανάπτυξης πέντε πληθυσμών S. arvensis (4 ανθεκτικοί και ένας ευαίσθητος) από διαφορετικές περιοχές της Ελλάδος έδειξαν ότι το νωπό βάρος και η παραγωγή σπόρου των ανθεκτικών πληθυσμών δεν διέφερε σημαντικά από εκείνα του ευαίσθητου πληθυσμού. Η μελέτη της γενετικής σύστασης των πέντε πληθυσμών με ανάλυση μοριακών δεικτών ISSR επιβεβαίωσε τη διαφοροποίηση των πληθυσμών ως προς τον τόπο προέλευσης, ανθεκτικότητας. Με βάση τα πειράματα μελέτης δέκα δυνητικώς ανθεκτικών και δύο ευαίσθητων πληθυσμών ράπιστρου (Rapistrum rugosum) για ανθεκτικότητα στα ζιζανιοκτόνα tribenuron και imazamox διαπιστώθηκε ότι ένας από τους 10 δυνητικώς ανθεκτικούς πληθυσμούς εμφάνισε διασταυρωτή ανθεκτικότητα στα δύο ζιζανιοκτόνα, ενώ ένας άλλος πληθυσμός ήταν ανθεκτικός μόνο στο tribenuron και όχι στο imazamox. Όλοι οι πληθυσμοί ήταν ευαίσθητοι στη συνιστώμενη δόση του MCPA. Η αλληλούχηση τμήματος του γονιδίου als στον ένα πληθυσμό, αποκάλυψε σημειακή μετάλλαξη στο κωδικόνιο Pro197 που προσδίδει ανθεκτικότητα στο tribenuron, ενώ στον άλλο διαπιστώθηκε σημειακή μετάλλαξη στο κωδικόνιο Trp574 που προσδίδει διασταυρωτή ανθεκτικότητα στο tribenuron και το imazamox. Οι Ι50 τιμές του ενζύμου ALS στην παρουσία του tribenuron κυμάνθηκαν για τους ανθεκτικούς πληθυσμούς από 66,68 έως 137,01 μΜ, ενώ η αντίστοιχη τιμή για τους ευαίσθητους πληθυσμούς κυμάνθηκε από 0,29 έως 0,54 μΜ. Τα αποτελέσματα αυτά δείχνουν ότι δύο πληθυσμοί R. rugosum εξέλιξαν ανθεκτικότητα σε δύο ζιζανιοκτόνα αναστολείς της δράσης του ενζύμου ALS εξαιτίας διαφορετικών σημειακών μεταλλάξεων στο γονίδιο als

    Experimental study: The efficacy of amiodarone on refractory automatic ventricular fibrillation in acute myocardial infarction

    No full text
    Coronary disease and predominantly acute myocardial infarction (AMI) are frequent causes of sudden death. Forty percent of deaths observed in AMI are sudden. More than 80% of their causes are attributed to ventricular tachycardia leading to ventricular fibrillation. Ventricular fibrillation is a chaotic asynchronous activity of the myocardium. Necessary for the provocation and conservation of ventricular fibrillation are; 1) a certain critical amount of myocardial mass 2) a strong triggering for the onset of this disturbance 3) a critical relation between the velocity of the stimulus conduction and the duration of the latency period of the whole myocardium and some parts of it. Myocardial ischemia may cause conditions of abnormal automatism and re-entry circuits.Drug therapy and direct current thoracic counter-shocks for the treatment of ventricular fibrillation include the intravenous administration of lidocaine, bretylium and procainamide. Amiodarone is an anti-arrythmic agent of group III of anti-arrythmics, but it shows anti-arrythmic proprieties of groups I, II and IV, as well. Amiodarone is an antiarrhythmic agent effective in a wide array of tachyarrhythmias. It has been considered as the most effective drug in the prevention and suppression of supraventricular and ventricular arrhythmias. However, amiodarone has only sporadically been used in the defibrillation of ventricular fibrillation.The purpose of the study was to evaluate the efficacy of single dose intravenous amiodarone in facilitating defibrillation of ventricular fibrillation refractory to lidocaine and epinephrine plus direct current counter-shocks in experimental AMI. In 60 dogs AMI was induced by ligation of the proximal left anterior descending coronary artery for 2 hours. Animals that developed spontaneous ventricular fibrillation were treated with lidocaine and epinephrine plus five direct current counter-shocks. Dogs with ventricular fibrillation refractory to this regimen were randomized in two groups.In groups I, the animals were treated with additional intravenous administration of epinephrine and bolus lidocaine plus ≤ 15 direct-current counter-shocks. In group II amiodarone (10mg/kg body weight) was administered intravenously and followed by direct-current counter-shocks.Sixteen of the animals in which the protocol was attempted developed spontaneous ventricular fibrillation 24 min after ligation. The initial treatment succeeded in converting ventricular fibrillation in one dog. The other 15 dogs were randomized in group I (8 dogs) and II (7 dogs).Defibrillation was achieved in one of the eight dogs in group I and in six of the seven dogs in group II, P<0.005 versus group I. The animals were hemodynamically unstable after the defibrillation of ventricular fibrillation and epinephrine infusion was required to maintain heart rate and blood pressure within acceptable values. In conclusion, amiodarone given intravenously as a bolus in a dose of 10mg/kg influences positively the response to defibrillation of ventricular fibrillation refractory to conventional therapy in an experimental model of acute ischemia.Η στεφανιαία νόσος και μάλιστα το οξύ έμφραγμα του μυοκαρδίου (ΟΕΜ) αποτελούν συχνή αιτία αιφνιδίου θανάτου. Το 40% των θανάτων που παρατηρούνται κατά το ΟΕΜ είναι αιφνίδιοι. Σε ποσοστό μεγαλύτερο από 80% ο μηχανισμός του αιφνιδίου θανάτου είναι κοιλιακή ταχυκαρδία εξελισσόμενη σε κοιλιακή μαρμαρυγή. Η κοιλιακή μαρμαρυγή είναι χαώδης ασύγχρονη δραστηριότητα του μυοκαρδίου. Για την πρόκληση και διατήρηση της κοιλιακής μαρμαρυγής είναι απαραίτητα: 1) ένα ορισμένο κρίσιμο ποσό μάζας του μυοκαρδίου της αριστεράς κοιλίας 2) ένα ισχυρό ερέθισμα για την έναρξη αυτής της διαταραχής 3) μία κρίσιμη σχέση μεταξύ ταχύτητας αγωγής του ερεθίσματος και της διάρκειας της ανερεθίστου περιόδου ολοκλήρου του μυοκαρδίου ή ορισμένων τμημάτων του. Η ισχαιμία του μυοκαρδίου μπορεί να δημιουργήσει συνθήκες για ανώμαλο αυτοματισμό και κυκλώματα επανεισόδου.Η φαρμακευτική θεραπεία μαζί με τις εκκενώσεις ηλεκτρικού ρεύματος επί του θώρακος για την αντιμετώπιση της κοιλιακής μαρμαρυγής περιλαμβάνει ενδοφλέβιο χορήγηση ξυλοκαίνης, βρετυλίου, προκαϊναμίδης. Η αμιωδαρόνη είναι αντιαρρυθμικό της ομάδας ΙΙΙ των αντιαρρυθμικών, αλλά εμφανίζει ταυτόχρονα αντιαρρυθμικές ιδιότητες των ομάδων Ι, ΙΙ και IV των αντιαρρυθμικών. Είναι αντιαρρυθμικό φάρμακο με ευρύ φάσμα αντιαρρυθμικής δράσεως. Είναι ιδιαίτερα αποτελεσματική στην πρόληψη και καταστολή υπερκοιλιακών και κοιλιακών αρρυθμιών. Ωστόσο είναι περιορισμένη η χρησιμοποίησή της στην ανάταξη της κοιλιακής μαρμαρυγής. Σκοπός της μελέτης αυτής ήταν η εκτίμηση της δράσεως της αμιωδαρόνης όταν χορηγηθεί ταχέως ενδοφλεβίως, στην ανάταξη κοιλιακής μαρμαρυγής που εκδηλώνεται αυτόματα μετά από πρόκληση ΟΕΜ σε πειραματόζωα, και η οποία είναι ανθεκτική στη χορήγηση ξυλοκαίνης, ανδρεναλίνης, και άμεση επί της καρδίας εφαρμογή ηλεκτρικών εκκενώσεων.Προς τούτο, σε 60 πειραματόζωα προκλήθηκε ΟΕΜ με απολίνωση του εγγύς τμήματος της αριστεράς προσθίας κατιούσης στεφανιαίας αρτηρίας (ΠΚΣΑ) για 2 ώρες. Όσα από τα πειραματόζωα εκδήλωσαν αυτόματη κοιλιακή μαρμαρυγή αντιμετωπίστηκαν θεραπευτικά με χορήγηση ξυλοκαίνης, αδρεναλίνης και εφαρμογή έως 5 ηλεκτρικών εκκενώσεων. Τα πειραματόζωα που δεν ανταποκρίθηκαν στην θεραπεία αυτή αλλά συνέχιζαν να ευρίσκονται σε κοιλιακή μαρμαρυγή τυχαιοποιήθηκαν σε 2 ομάδες Ι, ΙΙ. Η ομάδα Ι αντιμετωπίστηκε με περαιτέρω χορήγηση αδρεναλίνης, ξυλοκαίνης και έως 15 ηλεκτρικές εκκενώσεις. Η ομάδα ΙΙ έλαβε ενδοφλεβίως 10mg/kg βάρους σώματος αμιωδαρόνη και ακολούθως ηλεκτρικές εκκενώσεις.Δεκαέξι από τα εξήντα πειραματόζωα της μελέτης εμφάνισαν κοιλιακή μαρμαρυγή 24 λεπτά μετά την απολίνωση της ΠΚΣΑ. Η αρχική αγωγή ανέταξε την κοιλιακή μαρμαρυγή σε 1 από αυτά. Τα υπόλοιπα 15 πειραματόζωα τυχαιοποιήθηκαν στις ομάδες Ι (ν=8) και ΙΙ (ν=7). Ανάταξη της κοιλιακής μαρμαρυγής επιτεύχθηκε σε 1 πειραματόζωο της ομάδος Ι και σε 6 πειραματόζωα της ομάδος ΙΙ, p<0.005 έναντι της ομάδας Ι.Τα πειραματόζωα μετά την ανάταξη της κοιλιακής μαρμαρυγής παρουσίασαν αιμοδυναμική αστάθεια, γα την οποία απαιτήθηκε η χορήγηση αδρεναλίνης.Συμπερασματικά, η αμιωδαρόνη χορηγούμενη ταχέως εφάπαξ ενδοφλεβίως σε δόση 10mg/kg, επιδρά λίαν ευμενώς στην ανάταξη της ανθεκτικής στη συνήθη αγωγή κοιλιακής μαρμαρυγής εκδηλούμενης αυτόματα σε πειραματόζωα μετά από ΟΕΜ

    Η συμμετοχή του συντελεστή εργασία στην διανομή του εθνικού εισοδήματος στην ελληνική οικονομία

    No full text
    Η παρούσα εργασία αναφέρεται στη συμμετοχή του συντελεστή εργασία στη διανομή του εθνικού εισοδήματος στην ελληνική οικονομία για την περίοδο 1980-2004. Αντικειμενικός σκοπός είναι όχι απλώς η μέτρηση της συμμετοχής του συντελεστή εργασία στο εθνικό εισόδημα, αλλά η εξειδίκευση των παραγόντων που προσδιορίζουν αυτή τη συμμετοχή καθώς και οι επιδράσεις της διανομής του εισοδήματος στην οικονομική ανάπτυξη. Η χρονική αυτή περίοδος επιλέχθηκε για τρεις βασικούς λόγους. Πρώτον, οι εκλογικοί- πολιτικοί κύκλοι μετά το 1981 με την οικονομική πολιτική και τις οικονομικές επιδόσεις της χώρας καθώς και με τη συμμετοχή των συντελεστών στο εθνικό εισόδημα ελάχιστα έχει διερευνηθεί από τη σχετική βιβλιογραφία. Δεύτερον, το 1981 πραγματοποιήθηκε η ένταξη της Ελλάδος στην Ευρωπαϊκή Οικονομική Κοινότητα (Ε.Ο.Κ.). Ως συνέπεια η Ελλάδα βρίσκεται στο κατώφλι μιας νέας φάσης στην οικονομική και πολιτική της εξέλιξη. Τρίτον, η κρίσιμη επιλογή της ένταξης της χώρας στην Οικονομική Νομισματική Ένωση (ΟΝΕ) κατά τη διάρκεια της δεκαετίας του 1990 διαμόρφωσε ένα ιδιαίτερο ιστορικό πλαίσιο μελέτης της ελληνικής οικονομίας. Πρέπει να τονιστεί επίσης ότι η μελέτη στηρίζεται κυρίως σε στοιχεία της Εθνικής Στατιστικής Υπηρεσίας, της Τράπεζας Ελλάδος και της Eurostat. Υπάρχουν αρκετοί λόγοι για να ασχοληθεί κανείς με αυτό το θέμα. Η διανομή του εθνικού εισοδήματος στους συντελεστές παραγωγής αποτελεί ένα βασικό αντικείμενο της οικονομικής θεωρίας και έρευνας. Χαρακτηριστικά αναφέρεται ότι οι κλασικοί οικονομολόγοι θεωρούσαν τον προσδιορισμό των νόμων που διέπουν τη διανομή του εισοδήματος ως το κυρίαρχο πρόβλημα της πολιτικής οικονομίας. Επιπλέον, τα τελευταία χρόνια παρατηρείται μια συνεχής αυξανόμενη τάση συγκέντρωσης του ενδιαφέροντος των οικονομολόγων, τόσο σε θεωρητικό όσο και σε εμπειρικό επίπεδο στα θέματα διανομής του εισοδήματος². […

    Σχεδίαση μεθοδολογιών, πλαισίων και υλοποιήσεων για βελτιστοποίηση της ταχύτητας και ενέργειας σε συσκευές επαναπρογραμματιζόμενης λογικής

    No full text
    The fabrication of more advanced chips has become increasingly challenging and economically inefficient as transistors reach the atomic scale. Major reliability issues including process variability, voltage drop effects and thermal dissipation are becoming even more pronounced in new technology nodes. To cope with the aforementioned issues and provide acceptable solutions, the chip vendors impose global and conservative guard-bands in the operation of their manufactured chips. Such pessimistic strategy, however, does not utilize the actual performance capabilities of the individual chips and does not adapt to those operating conditions (e.g., IR-drop) that strongly depend upon the individual characteristics of an application. Therefore, significant performance is lost, either in terms of frequency or power consumption. In the current research work, we focus on FPGA chips and we aim at delivering adaptive solutions with respect to the quality of the underlying silicon and the specifics of the application executed on the chip. We propose a methodology for the characterization of the actual performance capabilities of present-day commercial FPGA chips subjected to process variations. The methodology bases on the generation of variability maps for the evaluation of performance variation across the FPGA fabric. Capitalizing on the generated variability maps and the potential gains of exploiting the conservative guard-bands, we introduce a framework to enhance the performance of the FPGAs. The framework is based on variability maps and frequency and voltage scaling methods. The former serves the purpose of mapping a given design to most efficient region (intra-die) and device (inter-die). The latter is used to calibrate the FPGA operation to the optimal operating point with respect to the user specifications. With our experimental setup and a set of 28nm FPGAs and realistic benchmarks, we exhibit solutions which can even double the maximum performance of an application when compared to the nominal STA estimations of industrial EDA tools. In addition to the above framework, we introduce an alternative method targeting the energy efficiency improvement of commercial FPGAs providing increased self-sufficiency. The proposed method is based on a reliable sensing scheme to regulate the voltage by holistically considering all process, voltage and temperature variations during the operation of the FPGA. A key characteristic of this method is that it can be integrated as a ready-to-use IP in any user-design. Based on real-world DSP benchmarks, the experimental results exhibit significant power savings while maintaining the functional integrity and nominal timing performance.Η κατασκευή ολοένα και πιο ανεπτυγμένων τσιπ πλέον καθίσταται εξαιρετικά δύσκολη και οικονομικά ασύμφορη καθώς το μέγεθος των τρανζίστορ πλησιάζει την ατομική κλίμακα. Σημαντικά ζητήματα αξιοπιστίας όπως είναι η μεταβλητότητα υλικού, η πτώση τάσης και αύξηση της θερμοκρασίας γίνονται όλο και πιο έντονα στις νεότερες τεχνολογίες ολοκλήρωσης. Προκειμένου να ανταπεξέλθουν με τα προαναφερθέντα ζητήματα και να παρέχουν αποδεκτές λύσεις, οι κατασκευαστές επιβάλλουν καθολικά και πολύ συντηρητικά όρια ασφαλείας στην λειτουργία όλων των κατασκευασμένων τσιπ. Ωστόσο, αυτή η πεσιμιστική στρατηγική δεν εκμεταλλεύεται τις πραγματικές δυνατότητες απόδοσης των μεμονωμένων τσιπ και δεν προσαρμόζεται στις συνθήκες λειτουργίας (π.χ., πτώση τάσης) που εξαρτώνται σε μεγάλο βαθμό από τα μεμονωμένα χαρακτηριστικά μιας εφαρμογής. Συνεπώς, υπάρχει σημαντική απώλεια απόδοσης τόσο σε όρους ταχύτητας όσο και σε κατανάλωσης ισχύος. Στην παρούσα ερευνητική εργασία, επικεντρωνόμαστε συγκεκριμένα σε επαναπρογραμματιζόμενης λογικής τσιπ (FPGA) και αποσκοπούμε στην παροχή λύσεων που προσαρμόζονται τόσο στην ποιότητα πυριτίου του υποκείμενου τσιπ, όσο και στις ιδιαιτερότητες της εκάστοτε εφαρμογής που εκτελείται πάνω σε αυτό. Προτείνουμε μια μεθοδολογία για τον χαρακτηρισμό των πραγματικών δυνατοτήτων απόδοσης των σημερινών εμπορικών FPGA τσιπ που υπόκεινται σε μεταβολές υλικού. Η μεθοδολογία αυτή βασίζεται στη δημιουργία χαρτών μεταβλητότητας υλικού για την αξιολόγηση της μεταβολής της απόδοσης σε όλο το εύρος της αρχιτεκτονικής του FPGA. Αξιοποιώντας τους παραγόμενους χάρτες μεταβλητότητας υλικού και τα δυνητικά κέρδη που προκύπτουν από την εκμετάλλευση των συντηρητικών ορίων ασφαλείας λειτουργίας των τσιπ, αναπτύξαμε ένα πλαίσιο για την ενίσχυση της απόδοσης των FPGAs. Το συγκεκριμένο πλαίσιο βασίζεται σε χάρτες μεταβλητότητας υλικού και τεχνικές κλιμάκωσης της συχνότητας και τάσης λειτουργίας. Το πρώτο εξυπηρετεί το σκοπό της αποτύπωσης μιας δοθείσας εφαρμογής στο πιο αποδοτικό τσιπ και στην πιο αποδοτική περιοχή αυτού. Το δεύτερο χρησιμοποιείται για τη βαθμονόμηση της λειτουργίας του FPGA στο βέλτιστο σημείο σύμφωνα με τις προδιαγραφές που τίθενται από τον χρήστη. Χρησιμοποιώντας την πειραματική μας υποδομή και ένα σύνολο FPGAs 28nm και ρεαλιστικών εφαρμογών, επιδεικνύουμε λύσεις οι οποίες μπορούν μέχρι να διπλασιάζουν την μέγιστη απόδοση που επικαρπώνεται ο χρήστης, συγκριτικά με την ονομαστική λειτουργία του τσιπ όπως παρέχεται από τα σημερινά βιομηχανικά εργαλεία σχεδιασμού. Επιπλέον, εκτός από το παραπάνω πλαίσιο, προτείνουμε μια εναλλακτική μέθοδο που στοχεύει στη βελτίωση της ενεργειακής απόδοσης των σημερινών εμπορικών FPGAs παρέχοντας υψηλή αυτάρκεια. Η προτεινόμενη μέθοδος βασίζεται σε ένα αξιόπιστο σύστημα παρακολούθησης και ρύθμισης της τάσης λειτουργίας λαμβάνοντας υπόψιν όλα τα φαινόμενα μεταβλητότητας του υλικού, τάσης και θερμοκρασίας κατά την διάρκεια λειτουργίας του FPGA. Ένα από τα κύρια χαρακτηριστικά αυτής της μεθόδου είναι ότι μπορεί να ενσωματωθεί ως έτοιμο προς χρήση IP σε οποιαδήποτε σχεδίαση του χρήστη. Βασιζόμενοι σε πραγματικές εφαρμογές, τα πειραματικά μας αποτελέσματα επιδεικνύουν σημαντική εξοικονόμηση ενέργειας διατηρώντας παράλληλα την λειτουργική ακεραιότητα και την ονομαστική ταχύτητα επεξεργασίας του τσιπ

    Wood in the cultural heritage of the Cyclades Islands: species, uses, protection

    No full text
    Τhe limited acknowledgement of wood as one of the most significant parts of Greek cultural heritage, despite its continuous and versatile exploitation, leads gradually to the degradation of valuable wooden structures of the past, due to biological factors and implemented renovations, especially in areas such as the Cyclades islands, where the shortage of wood production forests has created the distorted view of the absence of such constructions. The present thesis aims to identify and record the wooden structural or stable decorative elements and mechanisms that were constructed until the end of the 19th century in the Cyclades islands (Folegandros, Milos, Kimolos, Kythnos, Anafi, with emphasis on Sikinos island) and to analyze the most typical and remarkable ones, by specifying the wood species used for their manufacturing, with a view to contribute to the highlighting, acknowledgement and protection of them. Ιn reference to the building constructions, most of the old structures are manufactured using the «flat roof» technique, involving visible beams, which vary in shape and species of wood depending on the island and use, although, in most cases, almost unprocessed logs of the species of juniper, native to several islands, were used, whose short length determined the dimensions and proportions of buildings. Concerning the utilization of wood in mechanisms construction, all islands include abandoned windmills, some of which retain the whole or part of the old mechanisms, with the highest number of them being found in the islands of Kythnos (6 mechanisms) and Folegandros (5 mechanisms), while the lower number is detected in the island of Milos, as the majority of windmills have nowadays been converted into houses. These mechanisms generally have the same basic characteristics, although some differences were identified in the individual components and wood species, which are various, showing however some specialization and almost exclusive use of hardwood species. Regarding the hand-crafted wood carved iconostases, their number is high in most of the islands, although the products transfer has been a laborious and costly process in those days. Most of them are located on the islands of Sikinos and Milos and only few of them on the island of Anafi, while Sikinos island includes 13 old churches bearing wood carved iconostases. Many of them constitute exceptional artworks, constructed mainly with cypress wood, although in mainland of Greece mostly wood from hardwood species was used, a fact strongly associated with the influences from the island of Crete. As it was concluded in the present thesis, the Cyclades islands have a great wealth of old structures, partly or entirely made of wood, which constitute an important component of the cultural heritage and have not yet been acknowledged, unlike other areas of Greece. Particularly the island of Sikinos, which has preserved its traditional wooden structures to a considerable extent, could become a «model» island for highlighting the wood-related cultural heritage, as part of properly organized management, which will be consistent with a new way of attracting tourism and primarily with the respect to the protection and preservation of this unknown cultural treasure of Greece.Η περιορισμένη ανάδειξη της αξίας του ξύλου ως στοιχείου της ελληνικής πολιτιστικής κληρονομιάς, παρά τη συνεχή και πολυδιάστατη αξιοποίησή του, οδηγεί σταδιακά στην καταστροφή αξιόλογων κατασκευών του παρελθόντος, εξαιτίας βιολογικών παραγόντων και ανακαινίσεων, ειδικά σε περιοχές όπως είναι οι Κυκλάδες, όπου η έλλειψη ξυλοπαραγωγικών δασών έχει δημιουργήσει μία διαχέουσα άποψη περί απουσίας τέτοιων κατασκευών. Σκοπός της παρούσας διδακτορικής διατριβής ήταν ο εντοπισμός και η καταγραφή ξύλινων δομικών ή σταθερών διακοσμητικών στοιχείων ή μηχανισμών που κατασκευάστηκαν μέχρι τα τέλη του 19ου αιώνα σε νησιά των Κυκλάδων (Φολέγανδρος, Μήλος, Κίμωλος, Κύθνος, Ανάφη, με έμφαση στη νήσο Σίκινο) και στη μελέτη των πιο αντιπροσωπευτικών και πιο αξιόλογων από αυτά, με προσδιορισμό του είδους ξύλου που χρησιμοποιήθηκε για την κατασκευή τους, έχοντας ως απώτερο στόχο την προβολή και την προστασία τους. Όσον αφορά στις δομικές κατασκευές, η πλειονότητα των παλαιών κτισμάτων είναι κατασκευασμένα με την τεχνική του δώματος, περιλαμβάνοντας εμφανείς δοκούς, με τη μορφή και το είδος ξύλου να διαφέρει εν μέρει ανάλογα με το νησί και τη χρήση, αν και στην πλειονότητα χρησιμοποιήθηκαν σχεδόν ακατέργαστοι κορμοί από το αυτοφυές σε αρκετά κυκλαδίτικα νησιά είδος της αρκεύθου, το μικρό μήκος των οποίων καθόρισε τις διαστάσεις και τις αναλογίες των κτισμάτων. Όσον αφορά στη χρήση του ξύλου στην κατασκευή ξύλινων μηχανισμών, όλα τα νησιά περιλαμβάνουν εγκαταλελειμμένους ανεμόμυλους, κάποιοι από τους οποίους διατηρούν στην πλειονότητα ή εν μέρει τους παλαιούς μηχανισμούς, με το μεγαλύτερο αριθμό να εντοπίζεται στα νησιά Κύθνο (6 μηχανισμοί) και Φολέγανδρο (5 μηχανισμοί), ενώ ο μικρότερος αριθμός εντοπίζεται στη νήσο Μήλο, καθώς η πλειονότητα των ανεμόμυλων έχει πλέον μετατραπεί σε οικίες. Οι εν λόγω μηχανισμοί εμφανίζουν γενικά τα ίδια βασικά χαρακτηριστικά, αν και διαπιστώθηκαν κάποιες διαφορές σε επιμέρους εξαρτήματα, αλλά και στα χρησιμοποιούμενα είδη ξύλου που είναι ποικίλα, με κάποια ωστόσο εξειδίκευση και αποκλειστική σχεδόν χρήση πλατύφυλλων ειδών. Όσον αφορά στα χειροποίητα ξυλόγλυπτα τέμπλα, ο αριθμός τους είναι μεγάλος στην πλειονότητα των νησιών, παρόλο που η μεταφορά τους κατά το παρελθόν αποτελούσε δύσκολη και πολυδάπανη διαδικασία. Τα περισσότερα βρίσκονται στα νησιά Σίκινο και Μήλο και τα λιγότερα στη νήσο Ανάφη, με τη Σίκινο να διαθέτει 13 παλαιούς ναούς που φέρουν χειροποίητα ξυλόγλυπτα τέμπλα. Πολλά από αυτά αποτελούν εξαιρετικά έργα τέχνης, κατασκευασμένα σε μεγάλο ποσοστό από ξύλο κυπαρισσιού, αν και στην ηπειρωτική Ελλάδα χρησιμοποιήθηκαν εκτεταμένα τα πλατύφυλλα είδη, γεγονός που συνδέεται με κρητικές επιρροές. Όπως διαπιστώθηκε στην παρούσα διατριβή, τα κυκλαδίτικα νησιά παρουσιάζουν μεγάλο πλούτο παλαιών κατασκευών, αποτελούμενες εν μέρει ή εξ ολοκλήρου από ξύλο, οι οποίες συνιστούν σημαντικό τμήμα της πολιτιστικής κληρονομιάς και δεν αναδείχθηκαν μέχρι σήμερα, σε αντίθεση με άλλα μέρη της Ελλάδας. Ιδιαίτερα η νήσος Σίκινος, η οποία έχει διατηρήσει αναλλοίωτες, σε σημαντικό βαθμό, τις παραδοσιακές ξύλινες κατασκευές της, θα μπορούσε να αποτελέσει ένα νησί πρότυπο για την ανάδειξη της πολιτιστικής κληρονομιάς που σχετίζεται με το ξύλο, ως τμήμα ενός οργανωμένου, νέου τρόπου προσέγγισης της τουριστικής ανάπτυξης, παρουσιάζοντας πρωτίστως σεβασμό στην προστασία του άγνωστου αυτού πολιτιστικού θησαυρού της Ελλάδας

    New molecular biomarkers for the prevention and early detection of precancerous or cancerous colorectal lesions during screening for colorectal cancer

    No full text
    Our aim was to perform a comparison study of the mutation rate of V-Ki-ras2 Kirsten rat sarcoma viral oncogene homolog (KRAS), and v-Raf murine sarcoma viral oncogene homolog-B (BRAF) genes between blood-based cell-free DNA (cfDNA), and tissue sample biopsies in individuals undergoing screening colonoscopy. Materials and Methods: All specimens were collected from January 2015 to January 2016. A total of 92 blood samples and colonic biopsy specimens were collected from healthy individuals with no polyps undergoing screening colonoscopy (group A, n=35), patients with colorectal cancer (group B, n=27), and patients with neoplastic intestinal polyps (group C, n=30). Peripheral blood was collected from each patient and a focal tissue biopsy was conducted. Results: We only found a limited statistically significant difference (p=0.046) in the mutation analysis for codon 12 of the KRAS gene when we compared tissue biopsies from patients in group B to those from group C. In the blood samples, only the rate of mutation in codon 12 of the KRAS gene in samples of group B was significantly higher than that in group A (p=0.013). Conclusion: Blood cfDNA may be a promising tool in CRC screening as it may discriminate patients with CRC compared to healthy individuals and those with colonic polyps, even though it does not appear useful in predicting the presence of colonic polyps.Σκοπός μας ήταν να πραγματοποιήσουμε μια μελέτη σύγκρισης του ρυθμού μετάλλαξης των V-Ki-ras2 Kirsten rat sarcoma viral oncogene homolog (KRAS) και v-Raf murine sarcoma viral oncogene homolog-B (BRAF) γονιδίων μεταξύ του κυκλοφορούντος DNA (cfDNA) σε δείγμα αίματος και στα ιστοτεμάχια από βιοψία παχέος εντέρου σε άτομα που υποβάλλονται σε προληπτική κολοσκόπηση. Υλικά και μέθοδοι: όλα τα δείγματα συλλέχθηκαν μεταξύ Ιανουαρίου 2015 έως τον Ιανουάριο 2016. Συνολικά 92 δείγματα αίματος και δείγματα βιοψίας από υγιή άτομα χωρίς πολύποδες που υποβάλλονται σε προληπτική κολοσκόπηση (ομάδα A, ν=35), ασθενών με καρκίνο του παχέος εντέρου (ΚΠΕ) (ομάδα Β, ν=27), και ασθενείς με νεοπλασματικούς εντερικούς πολύποδες (Ομάδα Γ, ν=30). Μικρή ποσότητα περιφερικού αίματος και ιστοτεμάχιο βιοψίας συλλέχθηκαν από κάθε ασθενή. Αποτελέσματα: βρήκαμε μόνο μια περιορισμένη στατιστικά σημαντική διαφορά (p=0.046) στην ανάλυση μετάλλαξης για το κωδικόνιο 12 του KRAS γονιδίου όταν συγκρίναμε βιοψίες ιστού παχέος εντέρου από ασθενείς της ομάδας Β με εκείνους της ομάδας Γ. Στα δείγματα αίματος, μόνο η συχνότητα μετάλλαξης στο κωδικόνιο 12 του γονιδίου KRAS σε δείγματα της ομάδας Β ήταν σημαντικά υψηλότερη από εκείνην της ομάδας Α (p=0.013). Συμπέρασμα: το cfDNA του αίματος μπορεί να είναι ένα ελπιδοφόρο εργαλείο στον προληπτικό έλεγχο για ΚΠΕ, καθώς μπορεί να διακρίνει ασθενείς με ΚΠΕ σε σύγκριση με υγιή άτομα και άτομα με πολύποδες κόλου, παρόλο που δεν φαίνεται χρήσιμο στην πρόβλεψη της παρουσίας πολυπόδων παχέος εντέρου

    Incubation as a healing practice from antiquity to the Byzantine era through archaeological evidence

    No full text
    In antiquity and later on, the ritual of incubation as a therapeutic practice was rather widespread. Incubation was the final stage in a physical and mental healing process which took place in a sacred area. There, the patient, with the assistance of various priests, sought out to be cured through a healing dream or vision from the healer god Asclepius and his divine intervention, which was achieved through his personal communication with the patient, inside the incubation chamber. The pilgrims who visited the healing shrines in order to request for a cure from the god were known as supplicants. They appealed to any god based of their strong belief that the gods are omnipotent and therefore capable of healing. In most cases, the supplicants who arrived at the sanctuaries did not suffer from serious diseases, otherwise they would not be able to endure the journey to the temple. Most patients were chronically ill, mainly from skin, ophthalmic, rheumatic or mental illnesses. Many women also addressed Asclepius for issues related to their pregnancy, to request for a healthy pregnancy or to bear a child. After the patient's spiritual and medical preparation, the most important part of the healing process took place. This was the incubation ritual. First, the priests led the patient to the Avaton (or Sanctuary or Dormitory), the place where the incubation process would take place during the night. Based on perceptions about dreams, according to which, during our sleep, the human soul is released from the body, ascends into spiritual realms and communicates with divine beings, the god appeared in a dream and performed the miracle. As a result, the patient woke up in the morning with his health restored. During his sleep and often under the influence of substances previously administered to him, the patient could not comprehend what was real. So, for him, the treatment was not a result of medical assistance but of divine intervention. Hence, the memories the soul acquired through dreams during sleep were regarded as divine revelations. The supplicant patient sought out divine guidance and aimed at gaining the favor of the gods through sacrificial rituals, while awaiting for his desired dream, its understanding and its interpretation, in order for him to be healed. In the classical period of antiquity, healing appears in the worship of Asclepius, the god of medicine, and the Asclepieia become shrines of worship and healing with well-organized medical facilities and incubation chambers. From archaeological excavations, mainly in Epidaurus, we are provided with a rather sufficient image of the Asclepieias’ architecture.Asclepius's supplicants received instructions from the priests in order to set their mental and physical functions under control. The combination of therapeutic narratives, expectations, submission, and physical formulation which characterized Asclepius' healing methods and ritual practices obviously had further physical and cognitive consequences. These techniques, along with the medical treatments applied at the Asclepieia, could have had very successful results for the improvement of the patients’ health. During the era of the Byzantine Empire and the prevalence of the new Christian religion, worship is transferred elsewhere and the supplicant patients convey their devotion and their request for a cure from the ancient deities, to God, Christ, the Virgin Mary, the Church Fathers and the Saints. Healing was acquired by the invocation of Divine Grace. The adoption of the Christian doctrine had a catalytic effect on the way Medicine was studied and applied. The treatment of diseases continued to have simultaneously two forms, the miraculous and the secular. Unlike the miraculous, the cosmic-scientific approach to diseases included purely medical treatments, which were applied in the dens, hostels, and hospitals of the empire. Regardless of their social class, the Byzantines resorted to the Divine Grace and begged for their healing, as they considered that the scientific medicine of the time had a small effect on healing and the treatment of diseases. The ancient sanctuaries are replaced by churches. A prime example of this transition is considered to be the Athenian Asclepieion and its three necessary buildings, the temple, the sanctuary and the fountain, which was destroyed during the early years of Christianity and, in its place, a three-aisled basilica temple dedicated to Christ was built.Στην αρχαιότητα αλλά και μεταγενέστερα, η τελετουργική διαδικασία της εγκοίμησης ως θεραπευτική πρακτική, ήταν ιδιαίτερα διαδεδομένη. Η εγκοίμηση ήταν το τελικό στάδιο μιας διαδικασίας σωματικής και ψυχικής κάθαρσης, η οποία λάμβανε χώρα σε ιερό χώρο όπου ο ασθενής με την βοήθεια ιερέων, αναζητούσε την ίαση μέσω ενός θεραπευτικού ονείρου ή οράματος από τον θεραπευτή Ασκληπιό και της θεϊκής παρέμβασής του, μέσω προσωπικής επικοινωνίας με τον ασθενή, μέσα στο εγκοιμητήριο. Οι προσκυνητές που επισκέπτονταν τα θεραπευτικά ιερά, με σκοπό να ζητήσουν από τον θεό την ίαση τους, ονομάζονταν ικέτες. Απευθύνονταν σε οποιοδήποτε θεό λόγω της ισχυρής τους πεποίθησης ότι οι θεοί είναι παντοδύναμοι και άρα ικανοί να θεραπεύσουν. Οι ικέτες που κατέφθαναν στα ιερά συνήθως δεν έπασχαν από βαριά νοσήματα, διαφορετικά δεν θα άντεχαν το ταξίδι μέχρι το ναό. Οι περισσότεροι ασθενείς ήταν χρονίως πάσχοντες, κυρίως από δερματικά, οφθαλμολογικά, ρευματικά, ψυχικά νοσήματα. Επίσης πολλές γυναίκες επισκέπτονταν τα Ασκληπιεία και για θέματα εγκυμοσύνης, για να έχει αίσια κατάληξη η κύηση ή για να τεκνοποιήσουν. Μετά από τη θρησκευτική και ιατρική προετοιμασία του ασθενή, ακολουθούσε η κυριότερη στιγμή της θεραπευτικής διαδικασίας που ήταν η εγκοίμηση. Οι ιερείς οδηγούσαν τον άρρωστο στο Άβατο (ή Άδυτο ή Εγκοιμητήριο), που ήταν o χώρος στο οποίο θα γινόταν κατά τη διάρκεια της νύχτας η εγκοίμηση. Με βάση την αντίληψη για τα όνειρα, ότι η ψυχή του ανθρώπου κατά τη διάρκεια του ύπνου απελευθερώνεται από το σώμα, ανέρχεται σε πνευματικές περιοχές και επικοινωνεί με θεϊκές υπάρξεις, ο θεός ερχόταν στο όνειρο και έκανε το θαύμα, με αποτέλεσμα το πρωί ο άρρωστος να ξυπνά θεραπευμένος. Ο ασθενής μέσα στον ύπνο του και πολλές φορές υπό την επήρεια ουσιών που του είχαν προηγουμένως χορηγηθεί, δεν μπορούσε να συνειδητοποιήσει την πραγματικότητα. Έτσι, γι’ αυτόν η θεραπεία δεν ήταν αποτέλεσμα ιατρικής βοήθειας αλλά αποτέλεσμα θείας παρέμβασης. Έτσι, οι αναμνήσεις που αποκόμιζε η ψυχή στον ύπνο της μέσω των ονείρων, λογίζονταν ως θείες αποκαλύψεις . Ο ασθενής - ικέτης αναζητούσε θεϊκή καθοδήγηση και προσπαθούσε να κερδίσει την εύνοια των θεών με τελετές με θυσίες αναμένοντας το πολυπόθητο όνειρο ,την κατανόηση και την ερμηνεία του, προκειμένου να θεραπευτεί. Στη κλασική περίοδο της αρχαιότητας εμφανίζεται η θεραπεία στη λατρεία του Ασκληπιού ως θεού της ιατρικής και τα Ασκληπιεία ως λατρευτικοί ναοί αλλά και ως τόποι θεραπείας με πολύ καλά οργανωμένα θεραπευτήρια εγκοιμητήρια. Από τις αρχαιολογικές ανασκαφές, κυρίως στην Επίδαυρο, μας δίνεται μια σχετικά ολοκληρωμένη εικόνα για την αρχιτεκτονική των Ασκληπιείων. Οι ικέτες του Ασκληπιού λάμβαναν οδηγίες από τους ιερείς ώστε να τεθούν υπό έλεγχο οι νοητικές και σωματικές λειτουργίες. Ο συνδυασμός θεραπευτικών αφηγήσεων, πρόκλησης προσδοκιών, υποβολής και φυσικής διαμόρφωσης, που χαρακτήριζαν τις θεραπευτικές μεθόδους και τελετουργικές πρακτικές του Ασκληπιού, είχαν προφανώς περαιτέρω σωματικές και γνωσιακές συνέπειες. Αυτές οι τεχνικές μαζί με τις ιατρικές θεραπείες που εφαρμόζονταν στα Ασκληπιεία θα μπορούσαν να έχουν πραγματικά επιτυχή αποτελέσματα για την υγεία των ασθενών. Με το πέρασμα στο Βυζάντιο και τη νέα θρησκεία του Χριστιανισμού, μετακινείται η λατρεία και ο ασθενής-ικέτης μεταφέρει την αφοσίωση αλλά και το αίτημά του για θεραπεία από τις αρχαίες θεότητες, στο Θεό, το Χριστό, την Παναγία, στους Πατέρες και Αγίους. Η θεραπεία γινόταν εφικτή μέσω της επίκλησης της Θείας Χάριτος. Η υιοθέτηση του χριστιανικού δόγματος επέδρασσε καταλυτικά στον τρόπο προσέγγισης και εφαρμογής της Ιατρικής. Η θεραπευτική των νοσημάτων συνέχισε να έχει ταυτόχρονα δύο μορφές, τη θαυματουργική και την κοσμική. Αντίθετα με την θαυματουργική η κοσμική- επιστημονική προσέγγιση της νόσου αποτελούσε θεραπευτικό έργο καθαρά ιατρικό και είχε εφαρμογή στα καταγώγια, στους ξενώνες και στα Νοσοκομεία της αυτοκρατορίας. Οι Βυζαντινοί ασχέτως κοινωνικής τάξης προσέφευγαν στη Θεία Χάρη για να ικετέψουν την θεραπεία τους, καθώς θεωρούσαν ότι η επιστημονική ιατρική της εποχής λίγη αποτελεσματικότητα είχε στη θεραπεία και την ίαση των ασθενειών. Τα αρχαία ιερά αντικαθίστανται από τις εκκλησίες. Ένα παράδειγμα της μετάβασης αυτής αφορά το αθηναϊκό Ασκληπιείο με τα τρία απαραίτητα κτίσματά του, το ναό, το εγκοιμητήριο και την κρήνη και το οποίο στα παλαιοχριστιανικά χρόνια καταστράφηκε και στη θέση του χτίστηκε τρίκλιτος βασιλικός ναός αφιερωμένος στο Χριστό

    Phytosociological research of the mediterranean ecosystems with Erica manipuliflora Salisb. in prefecture of Chalkidiki

    No full text
    Erica manipuliflora Salisb. is a shrub species, which participates in shrub communities in many areas of Greece. It grows in areas with Mediterranean climate, characterized by a severe dry and warm season. Requirements of the species are few and it as a result it can be established in environments of extreme conditions. Although the species is well developed and occupies large areas of Chalkidiki there is not much information available (only except from work focusing on the study of other species e.g. Pinus halepensis) with regard to its plant communities and ecology.The areas of Chalkidiki Prefecture with the participation of Erica manipuliflora, which participates either as a dominant or as a co-dominant species, were studied phytosociologically, by the method of Braun-Blanquet (1951, 1964) for the purpose of defining them and describing their phytosociological units. A sum of 250 phytosociological plots was made [170 of the present study and 80 from Damianidis (2011), for the same area]. Numerical analysis took place (numerical classification and classification methods) and phytosociological units of different hierarchical classification were distinguished. During the processing of the phytosociological table, five groups of plant species were distinguished, in which they were differentiated floristically and ecologically, in the Mediterranean types of ecosystems of the research area. After the final processing and the syntaxonomy, the resulting phytosociological units are two classes, three orders, two alliances, two associations, three communities, two sub associations, twelve variants and four facies. From the above units, Erica manipuliflora-Pinus halepensis community, is given for the first time with the present research. The syntaxonomy of vegetation units is given below: CLASS: Cisto-Lavanduletea stoechadis Br.-Bl. in Br.-Bl. et al. 1940. ORDER: Lavandulo stoechadis-Hypericetalia olympici Mucina in Mucina et al. 2016. ALLIANCE: Hyperico olympici-Cistion cretici (Oberd. 1954) R. Jahn et Bergmeier in Mucina et al. 2009. ASSOCIATION: Ericetum verticillatae (=manipuliflorae) Oberd. 1954. CLASS: Quercetea ilicis Br.-Bl. ex A. Bolòs et O. de Bolòs in A. Bolòs y Vayreda 1950. ORDER: Pinetalia halepensis Biondi, Blasi, Galdenzi, Pesaresi et Vagge in Biondi et al. 2014. COMMUNITY: Erica manipuliflora-Pinus halepensis. ORDER: Pistacio lentisci-Rhamnetalia alaterni Rivas-Mart. 1975. ALLIANCE: Ceratonio-Pistacion lentisci Zohary et Orshan 1959. ASSOCIATION: Oleo-lentiscetum aegaeicum Krause, Ludwig & Siedel 1963. Variance: Typicum Variance: Degraded. SUBASSOCIATION: Οleο-lentiscetum, quercetοsum cocciferae Barbero et Quézel 1976. Variance: Typicum. Variance: with Cistus monspeliensis. Face: with Calicotome villosa. SUBASSOCIATION: Oleο-lentiscetum, pinetosum halepensis Barbero & Quézel 1976. Variance: Typicum. Variance: with Erica arborea. COMMUNITY: Arbutus unedo-Erica arborea κοινότητα. Variance: with Dorycnium graecum-Teucrium chamaedrys subsp. chamaedrys. Variance: with Scleranthus perennis subsp. dichotomus-Micropyrum tenellum. COMMUNITY: Quercus coccifera-Phillyrea latifolia κοινότητα. Variance: with Juniperus oxycedrus subsp. deltoides. Face: TypicumFace: Quercus pubescens. Face: Linum elegansVariance: with Pinus nigra subsp. nigra. Variance: Typicum. Variance: with Cistus monspeliensisIn addition to phytosociological research, for the ecological interpretation of phytosociological units, soil analysis was conducted through 46 plots. The soil samples collected from the soil plots were subjected to laboratory analysis, on both the forest floor and the soil. In addition to the results of soil and phytosociological research, the climate data of the research area, as well as the physiographical data of the phytosociological plots were used to enhance the ecological interpretation.Η Erica manipuliflora Salisb. (σουσούρα) αποτελεί κυρίαρχο είδος θαμνωδών εκτάσεων σε πολλές περιοχές της Ελλάδας. Αναπτύσσεται σε περιοχές με μεσογειακό κλίμα, οι οποίες χαρακτηρίζονται από την έντονη παρουσία ξηρής και θερμής περιόδου. Η Erica manipuliflora είναι ελάχιστα απαιτητικό είδος και μπορεί να εγκατασταθεί σε περιβάλλοντα με ακραίες συνθήκες. Η Χαλκιδική αποτελεί μία περιοχή που το συγκεκριμένο είδος βρίσκει καλή ανάπτυξη και παρόλο που καταλαμβάνει μεγάλες εκτάσεις δεν υπάρχουν πολλές πληροφορίες διαθέσιμες (μόνο αποσπασματικά από εργασίες που επικεντρώνονται στη μελέτη άλλων ειδών π.χ. Pinus halepensis) για τις φυτοκοινωνίες και τη συνοικολογία. Οι εκτάσεις του Νομού Χαλκιδικής με τη συμμετοχή του είδους Erica manipuliflora, το οποίο συμμετέχει σε αυτές είτε ως κυρίαρχο, είτε ως συγκυρίαρχο, μελετήθηκαν φυτοκοινωνιολογικά με τη μέθοδο του Braun-Blanquet (1951, 1964) με σκοπό τον καθορισμό και την περιγραφή των μονάδων βλάστησής τους. Συνολικά διενεργήθηκαν 250 φυτοληψίες [170 της παρούσας έρευνας και 80 προερχόμενες από το Δαμιανίδη (2011), για την ίδια περιοχή]. Έπειτα από αριθμητική επεξεργασία (μέθοδοι αριθμητικής ταξινόμησης και κατάταξης), διακρίθηκαν φυτοκοινωνικές μονάδες, διάφορης ιεραρχικής διαβάθμισης. Κατά την επεξεργασία του φυτοπίνακα διακρίθηκαν 5 ομάδες φυτοληψιών, οι οποίες διαφοροποιούνταν χλωριδικά και οικολογικά. Μετά την τελική επεξεργασία και συνταξινόμηση, οι φυτοκοινωνικές μονάδες που προέκυψαν, είναι δύο κλάσεις, τρεις τάξεις, δύο συνενώσεις, δύο ενώσεις, τρεις κοινότητες, δύο υποενώσεις, δώδεκα παραλλαγές και τέσσερις όψεις. Από τις παραπάνω μονάδες, η Erica manipuliflora-Pinus halepensis κοινότητα δίνεται για πρώτη φορά, με την παρούσα έρευνα. Η συνταξινόμηση των μονάδων βλάστησης δίνεται παρακάτω: ΚΛΑΣΗ: Cisto-Lavanduletea stoechadis Br.-Bl. in Br.-Bl. et al. 1940. TAΞΗ: Lavandulo stoechadis-Hypericetalia olympici Mucina in Mucina et al. 2016. ΣΥΝΕΝΩΣΗ: Hyperico olympici-Cistion cretici (Oberd. 1954) R. Jahn et Bergmeier in Mucina et al. 2009. ΕΝΩΣΗ: Ericetum verticillatae (=manipuliflorae) Oberd. 1954. ΚΛΑΣΗ: Quercetea ilicis Br.-Bl. ex A. Bolòs et O. de Bolòs in A. Bolòs y Vayreda 1950. ΤΑΞΗ: Pinetalia halepensis Biondi, Blasi, Galdenzi, Pesaresi et Vagge in Biondi et al. 2014. ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ: Erica manipuliflora-Pinus halepensis. TAΞΗ: Pistacio lentisci-Rhamnetalia alaterni Rivas-Mart. 1975. ΣΥΝΕΝΩΣΗ: Ceratonio-Pistacion lentisci Zohary et Orshan 1959. ΕΝΩΣΗ: Oleo-lentiscetum aegaeicum Krause, Ludwig & Siedel 1963. Παραλλαγή: τυπική Παραλλαγή: υποβαθμισμένη. ΥΠΟΕΝΩΣΗ: Οleο-lentiscetum, quercetοsum cocciferae Barbero et Quézel 1976. Παραλλαγή: τυπική. Παραλλαγή: με Cistus monspeliensisΌψη: με Calicotome villosa. ΥΠΟΕΝΩΣΗ: Oleο-lentiscetum, pinetosum halepensis Barbero & Quézel 1976. Παραλλαγή: τυπική. Παραλλαγή: με Erica arborea. ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ: Arbutus unedo-Erica arborea κοινότητα. Παραλλαγή: με Dorycnium graecum-Teucrium chamaedrys subsp. chamaedrys. Παραλλαγή: με Scleranthus perennis subsp. dichotomus-Micropyrum tenellum. ΚΟΙΝΟΤΗΤΑ: Quercus coccifera-Phillyrea latifolia κοινότητα. Παραλλαγή: με Juniperus oxycedrus subsp. deltoides. Όψη: τυπική Όψη: με Quercus pubescens. Όψη: με Linum elegans. Παραλλαγή: με Pinus nigra subsp. nigra. Παραλλαγή: τυπική. Παραλλαγή: με Cistus monspeliensis. Πέρα από τη φυτοκοινωνιολογική έρευνα, για την οικολογική ερμηνεία των φυτοκοινωνικών μονάδων, διεξήχθη εδαφολογική έρευνα μέσω 46 εδαφοτομών. Στα εδαφολογικά δείγματα που συλλέχθηκαν από τις εδαφοτομές πραγματοποιήθηκαν εργαστηριακές αναλύσεις τόσο στο δασικό τάπητα, όσο και στο έδαφος. Για την ενίσχυση της οικολογικής ερμηνείας, εκτός των αποτελεσμάτων της εδαφολογικής και της φυτοκοινωνιολογικής έρευνας, χρησιμοποιήθηκαν και τα δεδομένα του κλίματος της περιοχής έρευνας, καθώς και τα φυσιογραφικά στοιχείων των φυτοληψιών

    Association of glycoprotein Ia (GPIa) and plasminogen activator inhibitor-type 1 (PAI-1) polymorphisms with unexplained female infertility

    No full text
    After the basic infertility evaluation, the underlying causes still remain unknown in 15-30 % of cases. The proposed contributing factors in unexplained female infertility include thrombophilic factors and the embryonic implantation failure due to problematic placental circulation. Thrombophilia is defined as the inherited or/and acquired predisposition to thrombosis, which has been associated with pregnancy complications, due to the excessive haemostatic imbalance. Plasminogen activator inhibitor-1 (PAI-1), coded by the SERPINE1 (PAI-1) gene, is an important fibrinolytic factor, which is implicated in thrombotic complications. The 4G allele of the PAI-1-675 (4G/5G) polymorphism is associated with PAI-1 overexpression, and inhibition of fibrinolysis. The association studies between PAI-1 polymorphisms and pregnancy complications are limited and their role in unexplained female infertility remains unexplored. Glycoprotein Ia (GPIa), also known as integrin alpha 2 (ITGA2), constitutes the α2 component of the heterodimer α2β1, which is a major collagen receptor on the membrane of platelets. It is coded by the ITGA2 gene, with the 807T allele of the C807T polymorphism being associated with increased gene expression and receptor density. Therefore, ITGA2 807T allele has been linked to thrombosis. Similarly to other integrins and other molecules on the surface of platelets, a few studies suggest association of GPIa with the complex interactions between the mother and the fetus during implantation. The present study aimed to: 1. examine whether PAI-1 4G/5G and ITGA2 C807T polymorphisms are associated with unexplained female infertility, as well as IVF failure, 2. perform a multivariate analysis for the role of combinations of thrombophilic variants (PAI-1 4G/5G, GPIa C807T, FV Leiden, FII G20210A, MTHFR C677T, MTHFR A1298C) in unexplained female infertility, as well as in IVF failure, and 3. examine the association of unexplained female infertility with the number (Score) of gene variants in hetero/homo-zygosity. The above variants were examined and statistically analyzed in 115 women with unexplained infertility, and 107 normal fertile women. Among the group of patients, a subgroup of 50 women had undergone unsuccessful IVF treatment. Our results show that the presence of the 4G allele of PAI-1 4G/5G polymorphism is associated with the unexplained female infertility, although not with IVF failure. On the contrary, regarding the ITGA2 C807T variant, no association with the unexplained female infertility was shown, however, association between IVF failure and the 807 TT homozygosity may imply potential connection to implantation failure. For the group of women with unexplained infertility, association with PAI-1 4G/5G and MTHFR C677T was detected, whereas for the subgroup of IVF failures, association was shown for FV Leiden, FII G20210A and MTHFR C677T variants, as well as GPIa C807T. This study supports the idea that probably a combination of multiple thrombophilic variants, rather than a single polymorphism, is responsible, since our results show the multiplicative effect of certain combinations. The number itself (Score) of the examined thrombophilic variants detected in homo/hetero-zygosity, plays an important role. In conclusion, further studies are required. Moreover, we suggest the investigation of anti-coagulant therapy in unexplained female infertility, and the use of omics technology, for the simultaneous examination of thousands of factors affecting the reproduction process.Mετά τον βασικό κλινικο-εργαστηριακό έλεγχο, η υπογονιμότητα μπορεί να παραμένει ανεξήγητη στο 15-30% των περιπτώσεων. Στους υποψήφιους παράγοντες που πιθανώς σχετίζονται με την ανεξήγητη γυναικεία υπογονιμότητα περιλαμβάνονται θρομβοφιλικοί παράγοντες και η αποτυχία εμφύτευσης εμβρύου, εξαιτίας της προβληματικής κυκλοφορίας του αίματος στον πλακούντα. Ως θρομβοφιλία ορίζεται η κληρονομική ή/και επίκτητη προδιάθεση για θρόμβωση, που έχει συσχετιστεί με μαιευτικές επιπλοκές, εξαιτίας της υπέρμετρης αιμοστατικής ανισορροπίας. Ο αναστολέας του ενεργοποιητή του πλασμινογόνου τύπου 1 (PAI-1), που κωδικοποιείται από το γονίδιο SERPINE1 (PAI-1), είναι ένας σημαντικός ινωδολυτικός παράγοντας. Το αλληλόμορφο 4G του πολυμορφισμού PAI-1 -675 (4G/5G) συνδέεται με την υπερέκφραση του PAI-1 και υποϊνωδόλυση. Η συσχέτιση μεταξύ πολυμορφισμών του PAI-1 και μαιευτικών επιπλοκών και ο ρόλος τους στην ανεξήγητη γυναικεία υπογονιμότητα χρήζουν περαιτέρω διερεύνησης. Η γλυκοπρωτεΐνη Ia (GPIa), επίσης γνωστή και ως ιντεγκρίνη άλφα 2 (ITGA2) αποτελεί το τμήμα α2 του ετεροδιμερούς α2β1, που είναι ο βασικός υποδοχέας κολλαγόνου στην μεμβράνη των αιμοπεταλίων. Η GPIa κωδικοποιείται από το γονίδιο ITGA2, με το αλληλόμορφο 807Τ του πολυμορφισμού C807T να σχετίζεται με αυξημένη γονιδιακή έκφραση και πυκνότητα υποδοχέων. Επομένως, το αλληλόμορφο ITGA2 807Τ έχει συνδεθεί με θρόμβωση. Όπως και άλλες ιντεγκρίνες ή και άλλα μόρια της επιφάνειας των αιμοπεταλίων, ορισμένες μελέτες προτείνουν συσχέτιση της GPIa με τις περίπλοκες αλληλεπιδράσεις μεταξύ της μητέρας και του εμβρύου κατά τη διαδικασία της εμφύτευσης. Σκοπός της μελέτης ήταν 1. η διερεύνηση της συσχέτισης των πολυμορφισμών GPIa C807T και PAI-1 4G/5G με την ανεξήγητη γυναικεία υπογονιμότητα, καθώς και με ιστορικό αποτυχημένων IVF, 2. πολυπαραγοντική μελέτη για τη διερεύνηση συνδυασμών θρομβοφιλικών παραλλαγών (PAI-1 4G/5G, GPIa C807T, FV Leiden, FII G20210A, MTHFR C677T, MTHFR A1298C) σε σχέση με την ανεξήγητη γυναικεία υπογονιμότητα, καθώς και με αποτυχία IVF, και 3. η διερεύνηση συσχέτισης της ανεξήγητης γυναικείας υπογονιμότητας και του αριθμού (Score) των καταγεγραμμένων γονιδιακών παραλλαγών σε ετερο-/ομο-ζυγωτία. Πραγματοποιήθηκε ανίχνευση των παραπάνω παραλλαγών και στατιστική ανάλυση σε 115 γυναίκες με ανεξήγητη υπογονιμότητα και 107 φυσιολογικές γόνιμες γυναίκες. Η ομάδα υπογόνιμων γυναικών περιελάμβανε μία υποομάδα 50 γυναικών, χωρίς επιτυχία IVF. Τα αποτελέσματα έδειξαν για τον πολυμορφισμό PAI-1 4G/5G συσχέτιση της παρουσίας του αλληλομόρφου 4G με την γυναικεία ανεξήγητη υπογονιμότητα, ενώ όχι με τις αποτυχημένες IVF. Αντίθετα, για την παραλλαγή ITGA2 C807T δεν διαπιστώθηκε συσχέτισή της με τη γυναικεία ανεξήγητη υπογονιμότητα, αν και συσχέτιση με την ομοζυγωτία 807 TT στην υποομάδα αποτυχημένων IVF υποδηλώνει πιθανή σύνδεση του πολυμορφισμού αυτού με την αποτυχία της εμφύτευσης. Στις γυναίκες με ανεξήγητη υπογονιμότητα, διαπιστώθηκε συσχέτιση με τις παραλλαγές PAI-1 4G/5G και MTHFR C677T, ενώ στην υποομάδα με αποτυχημένες IVF, καταγράφηκε συσχέτιση με τις παραλλαγές FV Leiden, FII G20210A και MTHFR C677T, όπως επίσης και με την παραλλαγή GPIa C807T. Yποστηρίζεται η ιδέα ότι υπεύθυνος είναι ένας συνδυασμός πολλαπλών θρομβοφιλικών μεταλλάξεων, παρά ένας μοναδικός πολυμορφισμός, καθώς διαπιστώθηκε ο πολλαπλασιαστικός ρόλος ορισμένων συνδυασμών. Απλά και μόνο ο αριθμός των εξεταζόμενων θρομβοφιλικών παραλλαγών σε ομο/ετεροζυγωτία παίζει σημαντικό ρόλο. Συμπερασματικά, απαιτείται περαιτέρω διερεύνηση του θέματος. Επίσης προτείνεται διερεύνηση της χρησιμότητας της αντιθρομβωτικής αγωγής, καθώς και αξιοποίηση των σύγχρονων τεχνολογιών της «ωμικής», για την ταυτόχρονη αναζήτηση χιλιάδων παραγόντων που επηρεάζουν την αναπαραγωγική διαδικασία
    Hellenic National Archive of Doctoral Dissertationsis based in GR
    Repository Dashboard
    Do you manage Hellenic National Archive of Doctoral Dissertations? Access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard!