Written examinations in secondary education: institutional, organizational and inter-subjective dimensions


Within the scientific framework of Sociology of Education and Educational Policy, this dissertation explores the "Institutional, Organizational and Inter-Subjective Dimensions of Written Examinations", focusing on the practices implemented by the teachers of Secondary Education in relation to the assessment of pupils, in order to illuminate these dimensions and to highlight the social, functional and subjective implications associated with their use and their impact on teachers as actors, involved in the educational process. In particular, combining quantitative and qualitative empirical research methodology, it attempts to record the ways in which and the purposes for which teachers state that they use written examinations at the micro level of the classroom and the daily educational process, as well as to identify the social significations, based on which they assign meaning to them and rationalize their use, in order to detect the implicit expectations and intentions they attempt to realize through them.The research findings show that teachers’ practices are defined by a complex set of subjective perceptions, attitudes and intentions that often leads them to exceed the current legislative directives as regards the frequency and difficulty of written tests they give their students, thus influencing as actors the organizational function of the school, while at the same time they tend to rationalize their choices by referring to the pressure of the Panhellenic University Entrance Exams and the broader benefits of written examinations for the intellectual and social shaping of young students’ personalities. Furthermore, it appears that teachers use written tests at will, in the context of their institutional obligation to evaluate pupils, in an attempt to respond to the requirements of their professional role, but above all, in an attempt to strengthen and confirm this role, in order to deal with various challenges of their scientific status and professional performance, regardless if they are officially evaluated or not. In fact, teachers seem to reject the commonly accepted dimensions of their role, as they have linked them to a series of negative personal experiences and imaginary threats, which they try to deal with by using written examinations as an evaluation and teaching practice. Since they do not want to claim for themselves the role of the strict evaluator, of the specialized instructor or of the stern disciplinarian, they adopt the role of the educator, which they seem to have formed in their social imaginary, based on their experiences, initially as students and later as teachers in relation to the demands that the realities of their professional life raise from them. This role claims strong foundations in the psyche of teachers, as it is described as a skilled scientist who identifies the value of scientific knowledge not with the measurable results of any examination process but with the formative effect that it can have on the character and personality of his/her students, which will ensure their personal development and well-being.Εντός του επιστημονικού πλαισίου της Κοινωνιολογίας της Εκπαίδευσης και της Εκπαιδευτικής Πολιτικής, η παρούσα διατριβή διερευνά τις «Θεσμικές, Οργανωτικές και Διυποκειμενικές Διαστάσεις των Γραπτών Εξετάσεων», εστιάζοντας στις πρακτικές που εφαρμόζουν οι εκπαιδευτικοί της Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης σε σχέση με την αξιολόγηση των μαθητών, προκειμένου να φωτίσει αυτές τις διαστάσεις και να αναδείξει τα κοινωνικά, λειτουργικά και υποκειμενικά διακυβεύματα που συνδέονται με τη χρήση των εξετάσεων στο Λύκειο καθώς και τις επιπτώσεις τους στους εκπαιδευτικούς ως εμπλεκόμενους συντελεστές της εκπαιδευτικής διαδικασίας. Πιο συγκεκριμένα, συνδυάζοντας μεθοδολογικά την ποσοτική και την ποιοτική εμπειρική έρευνα, επιχειρεί να καταγράψει τους τρόπους με τους οποίους και τους σκοπούς για τους οποίους δηλώνουν οι εκπαιδευτικοί ότι εφαρμόζουν την πρακτική της γραπτής εξέτασης στο μικροεπίπεδο της τάξης και της καθημερινής εκπαιδευτικής διαδικασίας και να εντοπίσει τις κοινωνικές σημασίες με βάση τις οποίες την νοηματοδοτούν και εκλογικεύουν τη χρήση της, προκειμένου να ανιχνεύσει υπόρρητες προσδοκίες και προθέσεις, τις οποίες επιχειρούν να πραγματώσουν μέσω αυτής. Από τα ευρήματα της έρευνας διαφαίνεται ότι οι πρακτικές των εκπαιδευτικών καθορίζονται από ένα σύνθετο πλέγμα υποκειμενικών αντιλήψεων, στάσεων και προθέσεων που τους οδηγεί συχνά να υπερβαίνουν το θεσμικό πλαίσιο ως προς τη συχνότητα και τη δυσκολία των γραπτών δοκιμασιών στις οποίες υποβάλλουν τους μαθητές, επηρεάζοντας ως ενεργοί δρώντες την οργανωτική λειτουργία του σχολείου, ενώ τείνουν να εκλογικεύσουν την επιλογή τους αυτή επικαλούμενοι την πίεση των Πανελληνίων Εξετάσεων και τη γενικότερη χρησιμότητα των γραπτών εξετάσεων για την διανοητική και κοινωνική συγκρότηση των μαθητών. Περαιτέρω, αναδεικνύεται ότι οι εκπαιδευτικοί εφαρμόζουν κατά βούληση την πρακτική της γραπτής εξέτασης στα πλαίσια της θεσμικής τους υποχρέωσης να αξιολογήσουν τους μαθητές, επειδή επιχειρούν μέσω αυτής να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις του ρόλου τους αλλά κυρίως να ενισχύσουν και να επιβεβαιώσουν τον ρόλο αυτό, προκειμένου να αντιμετωπίσουν τις ποικίλες αμφισβητήσεις του επιστημονικού τους κύρους και της επαγγελματικής τους αποτελεσματικότητας είτε αυτή αξιολογείται επισήμως είτε όχι. Πάντως, οι εκπαιδευτικοί φαίνεται να αποποιούνται τις παραδοσιακά αποδεκτές διαστάσεις του ρόλου τους, καθώς τις έχουν συνδέσει με μια σειρά από αρνητικά προσωπικά βιώματα και φαντασιακές απειλές, τις οποίες επιχειρούν αντιμετωπίσουν χρησιμοποιώντας την γραπτή εξέταση ως αξιολογική και διδακτική πρακτική. Έτσι, δεν διεκδικούν για τον εαυτό τους το ρόλο του αυστηρού κριτή, του τεχνοκράτη εκπαιδευτή ούτε του αυταρχικού παιδονόμου αλλά το ρόλο του παιδαγωγού, που φαίνεται να έχουν διαμορφώσει στο δικό τους φαντασιακό με βάση τις μαθητικές τους εμπειρίες και τις απαιτήσεις που εγείρει από αυτούς η πραγματικότητα της επαγγελματικής τους ζωής. Ο ρόλος αυτός βρίσκει ισχυρά ερείσματα στον ψυχισμό τους, καθώς περιγράφεται ως ένας κατηρτισμένος επιστήμονας, που ταυτίζει την αξία της επιστημονικής γνώσης όχι με τα μετρήσιμα αποτελέσματα οποιασδήποτε εξεταστικής διαδικασίας αλλά με την διαμορφωτική επίδραση που μπορεί να έχει αυτή στο χαρακτήρα και την προσωπικότητα των μαθητών του, ώστε να τους εξασφαλίσει την ολοκλήρωση της προσωπικότητας τους και το ευ ζην

Similar works

Full text


Hellenic National Archive of Doctoral Dissertations

Last time updated on 09/07/2019

Having an issue?

Is data on this page outdated, violates copyrights or anything else? Report the problem now and we will take corresponding actions after reviewing your request.