Hellenic National Archive of Doctoral Dissertations

    A psychoeducational strategy training programme for the improvement of story telling in preschool children with developmental language disorders

    No full text
    Η μελέτη αυτή διερευνά τις δυσκολίες που αντιμετωπίζουν παιδιά προσχολικής ηλικίας με αναπτυξιακές διαταραχές του λόγου στην αφηγηματική λειτουργία και τις δυνατότητες να διδαχθούν μεθόδους οργάνωσης του αφηγηματικού λόγου πριν από την είσοδό τους στο σχολείο. Εκκινεί από την υπόθεση ότι: παιδιά προσχολικής ηλικίας, τα οποία εμφανίζουν χαμηλές ακουστικοφωνητικές ικανότητες αναμένεται να παρουσιάσουν γλωσσικές δυσκολίες, οι οποίες μπορεί να επηρεάσουν την αφηγηματική λειτουργία. Οι δυσκολίες αυτές θεωρείται ότι θέτουν τα παιδιά σε επικινδυνότητα για μαθησιακές δυσκολίες. Στόχος της έρευνας είναι: σε παιδιά τα οποία εμφανίζουν αυτού του τύπου τις δυσκολίες να εφαρμοστεί ένα ψυχοπαιδαγωγικό πρόγραμμα παρέμβασης ώστε να προληφθούν ή να περιοριστούν οι δυσκολίες της αφηγηματικής λειτουργίας πριν από την είσοδό τους στο σχολείο. Το πρόγραμμα είναι προσανατολισμένο στην εκπαίδευση στρατηγικών της επίλυσης προβλημάτων και της δομής ιστοριών (story grammar). Για την επιλογή του δείγματος εξετάστηκαν με το ITPA 328 παιδιά προσχολικής ηλικίας τα οποία, σύμφωνα με τη γνώμη των νηπιαγωγών τους, υστερούσαν σε σχέση με τους συμμαθητές τους στο λόγο. Από αυτά επιλέχτηκαν 30 παιδιά, τα οποία παρουσίασαν χαρακτηριστικά αναπτυξιακών διαταραχών λόγου σύμφωνα με το κριτήριο. Στη συνέχεια έγινε η αξιολόγηση των γλωσσικών ικανοτήτων και της αφηγηματικής λειτουργίας και ο χωρισμός του δείγματος σε πειραματική ομάδα, που θα συμμετείχε στο πρόγραμμα παρέμβασης και σε ομάδα ελέγχου. Με βάση τα αποτελέσματα της αξιολόγησης, έγινε ο σχεδιασμός και η εφαρμογή του προγράμματος παρέμβασης. Τέλος, έγινε η τελική αξιολόγηση των δύο ομάδων (πειραματική-ελέγχου) με τα αρχικά κριτήρια προκειμένου να διαπιστωθούν τα αποτελέσματα από την εφαρμογή του προγράμματος παρέμβασης. Τα σημαντικότερα από τα ευρήματα είναι ότι, αν και κατά την τελική αξιολόγηση δεν υπήρξε σημαντική διαφοροποίηση μεταξύ των δύο ομάδων όσον αφορά τις ψυχογλωσσικές-γνωστικές και τις γλωσσικές ικανότητες, οι δύο ομάδες παρουσίασαν διαφορές στην αφηγηματική λειτουργία. Τα παιδιά της πειραματικής ομάδας, τα οποία συμμετείχαν στο πρόγραμμα παρέμβασης, αφηγήθηκαν στην πλειοψηφία τους ιστορίες με αφηγηματική δομή, αλληλουχία και συνοχή. Τα παιδιά της Ομάδας Ελέγχου, τα οποία παρακολούθησαν μόνο την τυπική εκπαίδευση, εξακολουθούσαν να παρουσιάζουν δυσκολίες στην αφηγηματική λειτουργία ανάλογες με τις αρχικές. Το πρόγραμμα που σχεδιάστηκε κρίθηκε αποτελεσματικό για την πλειοψηφία των παιδιών στα οποία εφαρμόστηκε. Καθώς επίσης η εφαρμογή του είναι δυνατή και σε ομάδα παιδιών προτείνεται ως εναλλακτική μορφή εκπαίδευσης της αφηγηματικής λειτουργίας στην προσχολική και στην πρώτη σχολική ηλικία σε τμήματα ένταξης και σε προγράμματα σύγκλισης μέσα στην τάξη

    Great Britain, Greece and the Straits question from the Lausanne treaty (1923) to the Montreux convention regarding the regime of the straits (1936)

    No full text
    Present doctoral dissertation examines the policies of Great Britain and Greece on the Straits Question from the Lausanne Treaty (1923) to the Montreux Convention Regarding the Regime of the Straits (1936). In paricular, it analyses the policies of the British and Greek politic, diplomatic and military leadership. Particular emphasis is given to the region' s geopolitical balance of power and the extent of its impact upon the evolution of the issue of the Turkish Straits, until the Montreux Convention signature.Η παρούσα διδακτορική διατριβή εξετάζει την πολιτική της Μεγάλης Βρετανίας και της Ελλάδας στο Ζήτημα των Στενών από τη Συνθήκη της Λωζάννης (1923) έως και τη Σύμβαση του Μοντρέ (1936). Ιδιαίτερη έμφαση δίνεται στην πολιτική που διαμόρφωσε η εκάστοτε βρετανική και ελληνική πολιτική, διπλωματική και στρατιωτική ηγεσία έναντι του ζητήματος των τουρκικών στενών. Επίσης, εξετάζονται οι γεωπολιτικές ισορροπίες στην περιοχή και η επίδρασή τους στην εξέλιξη του ζητήματος έως και την υπογραφή της Σύμβασης του Μοντρέ

    Interculturality in the greek primary school curriculum: teachers' opinions

    No full text
    Η παρουσία δεκάδων χιλιάδων μαθητών με διαφορετικό πολιτισμικό υπόβαθρο τονίζει την ανάγκη αναθεώρησης του Α.Π. στο δημοτικό σχολείο, με τρόπο ώστε να αντανακλά τις σημερινές ανάγκες της ελληνικής κοινωνίας. Σκοπός της διατριβής είναι η διερεύνηση των απόψεων των εκπαιδευτικών σχετικά με την ανάπτυξη και εφαρμογή ενός διαπολιτισμικού Α.Π. στο δημοτικό σχολείο. Το κεντρικό ερευνητικό ερώτημα αφορά τον τρόπο διαμόρφωσης του Α.Π. στα σχολεία μιας πολυπολιτισμικής κοινωνίας, όπως είναι η ελληνική, στην οποία εκτός από τις δεδομένες κοινωνικο-οικονομικές διαφοροποιήσεις των μελών της υφίστανται, επιπλέον, και οι πολιτισμικές. Για την πληρέστερη κατανόηση του ερευνώμενου προβλήματος, στο πρώτο μέρος της εργασίας αντλούνται παραδείγματα από τη διεθνή εμπειρία και προσδιορίζονται οι στόχοι, ο τρόπος επιλογής και η οργάνωση της γνώσης, η μεθόδευση της διδασκαλίας, καθώς επίσης και οι στρατηγικές αξιολόγησης ενός διαπολιτισμικού Α.Π. Στο δεύτερο μέρος της εργασίας εξετάζεται το ισχύον Α.Π. και τα μέτρα που έχουν ληφθεί τις τελευταίες δεκαετίες στην Ελλάδα για τη θεσμική διαχείριση της πολιτισμικής διαφορετικότητας. Στο τρίτο μέρος, αναπτύσσονται αναλυτικά ο μεθοδολογικός σχεδιασμός και ο τρόπος διεξαγωγής της έρευνας, υποκείμενα της οποίας είναι είκοσι τέσσερις εκπαιδευτικοί δημοτικών σχολείων, που εργάζονται στην Αθήνα και καλύπτουν ένα ευρύ φάσμα ως προς το φύλο, τη διδακτική εμπειρία, την ηλικία ή τις σπουδές τους. Για τη διερεύνηση των απόψεών τους κρίθηκε καταλληλότερη: η επιλογή της ποιοτικής μεθοδολογίας? η τεχνική της ημι-δομημένης συνέντευξης? η χρήση ανοικτών ερωτήσεων? η μαγνητοφώνηση των συνεντεύξεων και η ανάλυση περιεχομένου με βάση τη σημασιολογική κατανόηση του κειμένου των συνεντεύξεων. Η θεωρητικοποίηση των πληροφοριακών δεδομένων ανέδειξε μεταξύ άλλων τέσσερις διαφορετικές προσεγγίσεις των εκπαιδευτικών, όσον αφορά το σχεδιασμό, τους στόχους και τα περιεχόμενα ενός νέου Α.Π. που θα λαμβάνει υπόψη τους μαθητές με διαφορετικό πολιτισμικό υπόβαθρο? παράμετροι που φαίνεται να επηρεάζουν την προσέγγιση που υιοθετούν οι εκπαιδευτικοί είναι το φύλο, τα έτη υπηρεσίας, η θέση που κατέχουν, οι σπουδές και η εμπειρία τους σε σχολεία του εξωτερικού. Η πλειοψηφία των εκπαιδευτικών του δείγματος αντιμετωπίζει θετικά το μετασχηματισμό του Α.Π, τον εμπλουτισμό των περιεχομένων του με πολιτισμικά στοιχεία άλλων χωρών και τη διδασκαλία της μητρικής γλώσσας των αλλοδαπών? ωστόσο, δεν υποστηρίζει τη λειτουργία δίγλωσσων τάξεων ή σχολείων και δεν επιθυμεί την ενσωμάτωση στοιχείων από την ιστορία ή τη θρησκεία των αλλοδαπών στο επίσημο Α.Π

    Self-assembly mechanisms for magnetic nanoparticles and formation of macroscopic two-dimensional arrays

    No full text
    A combined morphological, structural and magnetic investigation of several magnetic nanostructures, which are widely known as ‘nanoparticles’, was carried out in the framework of the current Doctorate Thesis. The main objective was to form arrays of magnetic nanoparticles with controllable size and shape and to understand the mechanisms for the correlation of the morphological and structural features with the magnetic behavior. Various monometallic and bimetallic nanoparticle systems were studied, each one of them composed of at least one transition metallic element. More specifically, arrays of monometallic nanoparticles (Ni, Co, CoO-Co₃O₄) and bimetallic alloy nanoparticles (FeCo, CoPt, MnPt) were prepared. Apart from the synthesis and characterization of the magnetic nanoparticles, we aimed at the creation of well-ordered 2D arrays consisted of nanoparticles with high size monodispersity. Several parameters were carefully adjusted in order to provide sufficient interparticle distances between the nanoparticles, avoiding the formation of large particle aggregates in a certain extent. Beside the big interest of the aforementioned nanostructures, due to the appearance of novel phenomena from the physics point of view, that arise mainly from the nanoscale size (1-100 nm), these materials are candidate building blocks for applications in fields such as magnetic recording, catalysis and biomedicine. The magnetic nanoparticles were synthesized by the so-called ‘wet-chemistry’ method, where properly selected organometallic compounds, diluted in organic solvents, are thermally decomposed in the presence of surfactants. The cautious choice of the reaction conditions as well as the careful handling of the nanoparticles in the post-preparation stage were prerequisites for the desired self-arrangement of the nanoparticles in 2D arrays. In particular, concerning the Co-based nanoparticles (Co, CoO, Co₃O₄), we were able to fabricate nanostructures with various morphologies (e.g. spherical particles, ‘polypod-like’ structures). Magnetic measurements showed a strong ferromagnetic character for the cobalt nanostructures (Ms ~ 182 emu/g), while the Co-oxide nanoparticles displayed very weak ferromagnetic features. The tuning of the size and shape of the nanoparticles was also feasible for the Ni system. By applying the appropriate synthesis parameters, Ni nanoparticles with tailored crystal structure were produced (either cubic (fcc) or hexagonal (hcp)). The magnetic properties of these two crystal phases were much different. The FeCo alloy nanoparticles presented a high size monodispersity (~ 15 nm), with a tendency for self-organization in extended arrays. In this system, the effect of air exposure was examined, which briefly led to the surface oxidation of the particles, thus resulting in a deterioration on the magnetic properties of the material. Regarding the bimetallic CoPt nanoparticles, the main observation is that they showed high coercivity values after annealing (~ 3.3 kOe at room temperature), which is an essential feature for the candidate materials to be employed in magnetic recording media. Moreover, concerning the MnPt alloy nanoparticles we were able to control the size in the range 2-9 nm, while the self-assembly in multiple layers was achieved in certain cases. The annealing resulted in considerably high coercivity values (~ 11 kOe), as revealed by magnetic measurements at low temperatures (10 K).Στα πλαίσια της παρούσας διατριβής πραγματοποιήθηκε μια συνδυασμένη μορφολογική, δομική και μαγνητική μελέτη ποικίλων μεταλλικών νανοδομών, που είναι γενικότερα γνωστές με τον όρο ‘νανοσωματίδια’. Ο κύριος στόχος ήταν η ανάπτυξη δικτύων μαγνητικών νανοσωματιδίων με ελεγχόμενη σύσταση, σχήμα και μέγεθος, καθώς και η μελέτη της συσχέτισης των μορφολογικών και δομικών τους χαρακτηριστικών με τη μαγνητική τους συμπεριφορά. Μελετήθηκαν διάφορες μονομεταλλικές και διμεταλλικές ενώσεις που είχαν σε κάθε περίπτωση ως κύριο συστατικό τουλάχιστον ένα μεταβατικό μεταλλικό στοιχείο. Πιο συγκεκριμένα, αναπτύχθηκαν δίκτυα μονομεταλλικών νανοσωματιδίων (Νi, Co, CoO-Co₃O₄) και διμεταλλικών κραμάτων νανοσωματιδίων (FeCo, CoPt, MnPt). Πέρα από τη σύνθεση και το χαρακτηρισμό των μαγνητικών νανοσωματιδίων, επιδιώχθηκε ο σχηματισμός διατεταγμένων δικτύων σε δύο διαστάσεις, αποτελούμενων από νανοσωματίδια με στενή κατανομή μεγέθους. Μελετήθηκαν προσεκτικά όλες οι παράμετροι με σκοπό τη διασπορά των νανοσωματιδίων σε ελεγχόμενες αποστάσεις, ώστε να αποφεύγεται, όσο είναι δυνατό, ο σχηματισμός ‘πυκνών’ επιστοιβάσεων νανοσωματιδίων (συσσωματώματα). Πέρα από τη μεγάλη σημασία που εμφανίζουν αυτές οι δομές εξαιτίας της εμφάνισης καινούργιων φαινομένων από άποψη βασικής φυσικής, τα οποία πηγάζουν κατά κύριο λόγο από το εξαιρετικά μικρό τους μέγεθος, που κυμαίνεται στη νανο-κλίμακα (1-100 nm), τα υλικά αυτά αποτελούν υποψήφιες δομικές μονάδες για εφαρμογές σε τομείς όπως η μαγνητική εγγραφή, η κατάλυση και η βιοϊατρική τεχνολογία. Η σύνθεση των μαγνητικών νανοσωματιδίων έγινε με τη μέθοδο της ‘υγρής χημείας’, όπου κατάλληλα επιλεγμένες οργανομεταλλικές ενώσεις, διαλυμένες σε οργανικούς διαλύτες, διασπώνται σε υψηλές θερμοκρασίες παρουσία επιφανειοδραστικών ενώσεων. Η προσεκτική ρύθμιση των συνθηκών της αντίδρασης καθώς και του χειρισμού των νανοσωματιδίων μετά την παρασκευή τους ήταν απαραίτητες προϋποθέσεις για τη στοχευμένη αυτοσυγκρότηση των σωματιδίων σε δισδιάστατα δίκτυα. Ειδικότερα, στο σύστημα Co-(CoO, Co₃O₄) κατέστη δυνατή η σύνθεση νανοδομών με διάφορες μορφολογίες (π.χ. σφαιρικά σωματίδια, δομές ‘polypod-like’ κλπ.) Μέσα από τις μαγνητικές μετρήσεις καταγράφηκε ο ισχυρός σιδηρομαγνητικός χαρακτήρας των νανοδομών κοβαλτίου (Ms ~ 182 emu/g), ενώ τα οξείδια του κοβαλτίου εμφάνισαν πολύ ασθενή σιδηρομαγνητική συμπεριφορά. O έλεγχος του σχήματος και του μεγέθους των νανοσωματιδίων ήταν εφικτός και για τα νανοσωματίδια Νi. Επιλέγοντας τις κατάλληλες παραμέτρους σύνθεσης, για το σύστημα αυτό παρασκευάστηκαν νανοδομές με εδροκεντρωμένη κυβική κρυσταλλική συμμετρία (fcc) και νανοδομές με εξαγωνική δομή (hcp). Oι παραπάνω κρυσταλλογραφικές φάσεις εμφάνισαν αρκετά διαφορετική μαγνητική συμπεριφορά μεταξύ τους. Τα νανοσωματίδια κράματος FeCo εμφάνισαν ικανοποιητική μονοδιασπορά μεγέθους (~ 15 nm) με τάσεις για αυτοοργάνωση σε μακροσκοπικά δίκτυα. Σε αυτό το σύστημα διερευνήθηκε η επίδραση της έκθεσης στον ατμοσφαιρικό αέρα, που οδήγησε στην επιφανειακή οξείδωση των νανοσωματιδίων, καθώς και οι συνέπειες του φαινομένου αυτού στις μαγνητικές ιδιότητες του υλικού. Για τα διμεταλλικά νανοσωματίδια CoPt, η σημαντικότερη παρατήρηση είναι ότι παρουσίασαν υψηλές τιμές συνεκτικού πεδίου μετά από ανόπτηση (~ 3.3 kOe σε θερμοκρασία δωματίου), μια ιδιότητα που είναι αναγκαία για τα υλικά που είναι υποψήφια για χρήση σε εφαρμογές μαγνητικής εγγραφής. Ακόμη, στα νανοσωματίδια κράματος ΜnPt ήταν δυνατός ο έλεγχος του μεγέθους τους στην περιοχή 2-9 nm καθώς και η αυτοοργάνωση σε πολλαπλά στρώματα σε ορισμένες περιπτώσεις, ενώ η ανόπτηση οδήγησε σε μεγάλες τιμές συνεκτικού πεδίου ( ~ 11 kOe), μετά από μαγνητικές μετρήσεις σε χαμηλές θερμοκρασίες (10 K)

    Development of novel siloxane and silsesquioxane polymeric materials for high resolution lithography: structure-properties relationships

    No full text
    The lithographic behavior of novel chemically amplified siloxane- and silsesquioxane-based polymeric materials is described in this work. Particular emphasis is paid on the lithographic behavior of these materials at 157 nm, due to the forthcoming introduction of 157 nm exposure tools in semiconductor industry within the next few years. Initially, block copolymers of dimethylsiloxane and tert-butyl methacrylate (PDMS-b-PTBMA) with various compositions (30, 50, 70 and 90 % w/w on PDMS) were synthesized and studied. Each copolymer exhibits two distinct glass transition temperatures, which denotes the presence of microphase separation and negatively affects the lithographic behavior of these materials. At 248 nm positive-tone imaging dominates under aqueous base development, while negative-tone chemistry dominates at 157 nm as well as at electron beam exposures. In this last case of negative behavior aqueous base development is feasible, if 248 nm flood exposure follows the electron beam exposure. Although dimethylsiloxane segments are hydrophobic, they are permeable by the aqueous base developer, resulting to limitations in resolution. Better results were obtained through organic development, because of swelling reduction. Nevertheless, the patterned profiles are not vertical and the resolution is rather low. Consequently, PDMS-b-PTBMA copolymers are inferior to pure PDMS as negative-tone organic developable materials. In order to reduce surface segregation, graft copolymers PTBMA-g-PDMS with short siloxane arms were synthesized and lithographically evaluated. In comparison to the PDMS-b-PTBMA materials, the contrast is lower due to the absence of microphase separation. In general, these materials suffer from poor film properties and irregular aqueous base development. Furthermore, negative-tone chemistry dominates at 157 nm and electron beam. To overcome the aforementioned problems, methacrylic copolymers bearing polyhedral oligomeric silsesquioxane (POSS) pendant groups were synthesized. The choice of the alkyl substituents of the silsesquioxane cage is crucial. Ethyl groups have many advantages over cyclopentyl ones, since the corresponding methacrylic homopolymer exhibits lower absorbance at 157 nm, is less hydrophobic and its surface after oxygen plasma treatment is characterized by lower roughness. Better lithographic results were obtained when the comonomers of the POSS-based materials were tert-butyl methacrylate (TBMA), methacrylic acid (MA) and itaconic anhydride (IA). TBMA is the acid-labile group, while MA and IA are dissolution promoters during aqueous base development. Additionally, MA improves the adhesion of the materials to the substrate. POSS groups provide to the copolymers both etch resistance in oxygen plasma and increased transparency at 157 nm. 25-30 % w/w POSS content provides adequate dry etch resistance, rendering the materials suitable for bilayer lithography. All samples exhibit POSS surface segregation, as revealed by X-ray photoelectron spectroscopy, resulting to slight lower etch rates than anticipated. Incorporation of IA improves the lithographic performance of the materials, lowering the extent of POSS surface enrichment. A possible explanation for this observation could be the random distribution of IA along the backbone and its lower hydrophilicity compared to MA. Absorbance studies at 157 nm reveal that these materials are suitable mainly for bilayer lithography. Due to the presence of the POSS cages, each material exhibits a relative high Tg. The Tg is increased via incorporation of MA or/and IA in the copolymers, because of increased intermolecular interactions. POSS-based materials described above, exhibit positive-tone behavior at 157 nm and 248 nm, in a wide range of exposure doses. Contrary, incorporation of 2-hydroxyethyl methacrylate (HEMA) as hydrophilic component results to negative-tone chemistry at both wavelengths, regardless of the exposure dose. ....................Στην εργασία αυτή, εξετάζεται η λιθογραφική συμπεριφορά πρότυπων υλικών μηχανισμού χημικής ενίσχυσης , βασισμένων σε σιλοξανικά και σιλεναμισοξανικά πολυμερή. Ιδιαίτερη έμφαση δίδεται στη συμπεριφορά των υλικών στα 157 nm, εξαιτίας της επικείμενης εισαγωγής αντίστοιχων συστημάτων έκθεσης σε βιομηχανική κλίμακα. Αρχικά συντέθηκαν και μελετήθηκαν κατά συστάδες συμπολυμερή πολυ(διμεθυλοσιλοξάνη-b-μεθακρυλικός τριτοταγής βουτυλεστέρας) (PDMS-b-PTBMA) διαφορετικής σύστασης (30, 50, 70 και 90% κ.β. σε PDMS). Η ύπαρξη δύο σημείων υαλώδους μετάπτωσης δηλώνει την παρουσία μικροφασικού διαχωρισμού και επηρεάζει αρνητικά τη λιθογραφική απόδοση των υλικών αυτών. Στα 248 nm επικρατεί απεικόνιση θετικού-τόνου κατόπιν εμφάνισης σε υδατικό διάλυμα βάσης, ενώ τόσο στα 157 nm όσο και στη δέσμη ηλεκτρονίων κυριαρχεί η αρνητικού-τόνου χημεία. Στα πειράματα έκθεσης με δέσμη ηλεκτρονίων είναι εφικτή υδατική εμφάνιση για αρνητικού-τόνου απεικόνιση, εφόσον ακολουθήσει ακτινοβόληση του δείγματος στα 248 nm. Τα διμεθυλοσιλοξανικά τμήματα παρότι υδρόφοβα, είναι διαπερατά από τα μόρια του εμφανιστή, με αποτέλεσμα να περιορίζεται η διακριτική ικανότητα . Καλύτερα αποτελέσματα λαμβάνονται με οργανική εμφάνιση, οπότε και περιορίζεται η διόγκωση των δομών. Οι δομές που προκύπτουν δεν διαθέτουν κατακόρυφα προφίλ και η διακριτική ικανότητα είναι χαμηλή. Συνεπώς ως υλικά αρνητικού-τόνου με οργανική εμφάνιση τα συμπολυμερή PDMS-b-PTBMA υστερούν έναντι του καθαρού PDMS. Επιπλέον, συντέθηκαν και αξιολογήθηκαν λιθογραφικά εμβολιασμένα συμπολυμερή PΤΒΜΑ-g-PDMS με σιλοξανικούς κλάδους μικρού μοριακού βάρους, προκειμένου να περιοριστούν φαινόμενα εμπλουτισμού της ελεύθερης επιφάνειας. Λόγω της απουσίας μικροφασικού διαχωρισμού η αντίθεση συγκριτικά με τα κατά συστάδες συμπολυμερή είναι χαμηλότερη. Η ποιότητα των υμενίων δεν βελτιώθηκε σημαντικά, όπως επίσης δεν επιτεύχθηκαν ελεγχόμενες συνθήκες υδατικής εμφάνισης. Παράλληλα, στα 157 nm και στη δέσμη ηλεκτρονίων η απεικόνιση αρνητικού-τόνου εξακολουθεί να κυριαρχεί. Προς αντιμετώπιση των παραπάνω προβλημάτων παρασκευάσθηκαν μεθακρυλικά συμπολυμερή τα οποία διέθεταν πλευρικές ομάδες πολυεδρικών ολιγομερικών σιλεναμισοξανών (POSS). Η επιλογή των αλκυλικών υποκαταστατών του σιλαναμισοξανικού κλωβού είναι κρίσιμη. Οι αιθυλικοί υποκαταστάτες πλεονεκτούν έναντι των κυκλοπεντυλικών, αφού το αντίστοιχο μεθακρυλικό ομοπολυμερές διαθέτει μικρότερη απορρόφηση στα 157 nm, είναι λιγότερο υδρόφοβο και η επιφάνειά του μετά την εγχάραξη με πλάσμα οξυγόνου χαρακτηρίζεται από μικρότερη τραχύτητα. Τα συμπολυμερή που επέδειξαν την καλύτερη λιθογραφική συμπεριφορά εκτός από τους σιλεναμισοξανικούς κλωβούς περιέχουν μεθακρυλικό τριτοταγή βουτυλεστέρα (ΤΒΜΑ), μεθακρυλικό οξύ (ΜΑ) και ιτακονικό ανυδρίτη (ΙΑ). Το ΤΒΜΑ είναι το συστατικό που αποπροστατεύεται παρουσία του φωτοχημικά παραγόμενου οξέος , ενώ τα ΜΑ και ΙΑ είναι συστατικά που προάγουν τη διάλυση του υλικού κατά την υδατική εμφάνιση. Επιπλέον το ΜΑ βελτιώνει την πρόσφυση των υλικών με το υπόστρωμα. Η παρουσία των ομάδων POSS προσδίδει στα συμπολυμερή αντίσταση κατά την κατεργασία με πλάσμα οξυγόνου και αυξάνει την διαπερατοτητά τους στα 157 nm. Περιεκτικότητα 25-30% κ.β. σε POSS εξασφαλίζει επαρκή αντίσταση στο πλάσμα οξυγόνου, καθιστώντας τα υλικά κατάλληλα για διστρωματική λιθογραφία. Με φασματοσκοπία φωτοηλεκτρονίου ακτίνων-Χ βρέθηκε ότι όλα τα δείγματα παρουσιάζουν εμπλουτισμό της ελεύθερης διεπιφάνειας σε σιλεναμισοξανικούς κλωβούς, με αποτέλεσμα ο ρυθμός εγχάραξης να είναι ελαφρώς μικρότερος του αναμενομένου. ................
    Hellenic National Archive of Doctoral Dissertationsis based in GR
    Repository Dashboard
    Do you manage Hellenic National Archive of Doctoral Dissertations? Access insider analytics, issue reports and manage access to outputs from your repository in the CORE Repository Dashboard!